Live τώρα    
Σαουδική Αραβία - ΗΠΑ / Η θεαματική επιστροφή του Ριάντ και η επιλεκτική αμνησία της Ουάσιγκτον
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Σαουδική Αραβία - ΗΠΑ / Η θεαματική επιστροφή του Ριάντ και η επιλεκτική αμνησία της Ουάσιγκτον

Στην Ουάσιγκτον η μνήμη αποδεικνύεται συχνά εξαιρετικά βραχύβια. Ιδίως όταν διακυβεύονται στρατηγικά συμφέροντα. Η υποδοχή που επιφύλαξε την περασμένη Τρίτη ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στον ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι η περίοδος πολιτικών πιέσεων προς το Ριάντ έχει πια περάσει. Και η υπόθεση Κασόγκι, που κάποτε αντιμετωπιζόταν ως κόκκινη γραμμή ανοχής, έχει πλέον μετατραπεί σε απλή υποσημείωση ενός παρελθόντος που κανείς δεν θέλει να θυμάται.

Εδώ και δεκαετίες διεθνείς οργανώσεις για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταγράφουν μια ζοφερή εικόνα για τη Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, η χώρα συνεχίζει να εφαρμόζει εκτεταμένους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης, να προχωρά σε αυθαίρετες συλλήψεις και να επιβάλλει τη θανατική ποινή ακόμη και για μη βίαια αδικήματα, με αποτέλεσμα οι εκτελέσεις να αυξάνονται τα τελευταία χρόνια.

Ανάλογα ευρήματα παρουσιάζουν και οι εκθέσεις της Human Rights Watch επισημαίνοντας σοβαρές παραβιάσεις, από την κακοποίηση μεταναστών εργατών ως τις εκτελέσεις προσφύγων στα σύνορα, καθώς και τη συστηματική χρήση του αντιτρομοκρατικού νόμου για την καταστολή οποιασδήποτε αντιπολίτευσης. Συνολικά, οι εκθέσεις δείχνουν ότι το βασίλειο παραμένει ένα από τα πιο αυταρχικά καθεστώτα στον πλανήτη.

Τίποτα όμως δεν αποτυπώνει καλύτερα τον ωμό αυταρχισμό και τη βαναυσότητά του όσο η υπόθεση της δολοφονίας του «αντιφρονούντα» δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στη σαουδαραβική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης το 2018. Οι πληροφορίες που ήρθαν στη δημοσιότητα μάλιστα ήταν τόσο σοκαριστικές, ώστε ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν δεσμεύτηκε ότι η Σαουδική Αραβία θα αντιμετωπιζόταν στο εξής ως «παρίας».

Η αρχική εκδοχή του Ριάντ -ότι ο δημοσιογράφος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός «καβγά που ξέφυγε»- δεν έπεισε κανέναν. Η παρουσία στην πρεσβεία ιατροδικαστή ειδικού στις αυτοψίες, οι δεσμοί ορισμένων δραστών με τη φρουρά του πρίγκιπα και το γεγονός ότι 15 Σαουδάραβες πράκτορες είχαν ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη την ημέρα της εξαφάνισης του Κασόγκι δημιουργούσαν ένα πλέγμα στοιχείων που ήταν αδύνατο να αποδοθεί σε «υπερβολικό ζήλο».

Η σταδιακή αποκατάσταση και η στροφή προς την Κίνα

Ωστόσο, ο χρόνος και ο ωμός ρεαλισμός της διεθνούς πολιτικής άλλαξαν τα δεδομένα. Η στρατηγική επιλογή του Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν να στραφεί προς την Κίνα εγκαταλείποντας την επίμονη αναζήτηση εύνοιας από τη Δύση επιτάχυνε τη σταδιακή άρση της απομόνωσής του.

Κατά το διάστημα που το Ριάντ βρέθηκε σχετικά απομονωμένο από τη Δύση η Σαουδική Αραβία επιτάχυνε την προσέγγισή της προς το Πεκίνο αναζητώντας πολιτικο-οικονομικές εναλλακτικές. Ο πρίγκιπας Μπιν Σαλμάν επισκέφθηκε την Κίνα το 2019 και υπέγραψε συμφωνίες και μνημόνια συνεργασίας αξίας δισεκατομμυρίων, ενώ κρατικές εταιρείες ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας κλείδωσαν μεγάλες προμήθειες και κοινοπραξίες με κινεζικούς ομίλους.

Παράλληλα, αυξήθηκε η διμερής εμπορική ροή και ενισχύθηκε η συζήτηση για μεγαλύτερη χρήση του κινεζικού γουάν στις συναλλαγές πετρελαίου, ενώ Κίνα και Σαουδική Αραβία επέκτειναν συνεργασίες σε υποδομές, πετροχημικά και επενδύσεις. Το Ριάντ απέκτησε έτσι ένα σημαντικό διαπραγματευτικό όπλο απέναντι στην Ουάσιγκτον. Και πολύ σύντομα η ανάγκη σταθερότητας στην αγορά ενέργειας, η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με το Ιράν και ο φόβος για την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στη Μέση Ανατολή δημιούργησαν προϋποθέσεις για την επιστροφή της Σαουδικής Αραβίας. Έτσι, η επίσκεψή του Σαλμάν στον Λευκό Οίκο την περασμένηΤρίτη δεν ήταν απλώς ένα τυπικό διπλωματικό ραντεβού, επισφράγισε μια επάνοδο πλήρως διαμορφωμένη με τους όρους του βασιλείου.

Χαρακτηριστική άλλωστε ήταν η αντίδραση του Τραμπ λίγο μετά τη συνάντηση, όταν επέπληξε με οξύ τόνο τη δημοσιογράφο του ABC που τόλμησε να θέσει ερώτημα για τη δολοφονία. Αποκάλεσε το ερώτημα «απαίσιο, ασεβές και φριχτό» και έσπευσε να υπερασπιστεί τον υψηλό προσκεκλημένο του ζητώντας της να μην τον «φέρνει σε δύσκολη θέση». Περισσότερο από επίδειξη ευγένειας η σκηνή έμοιαζε με δημόσια επιβεβαίωση ότι το παρελθόν έχει πλέον τεθεί στο περιθώριο προκειμένου η συνεργασία με το Ριάντ να προχωρήσει απρόσκοπτα.

Ο ίδιος ο ντε φάκτο ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας έδειχνε άλλωστε απόλυτα βέβαιος για τη θέση του. Όχι ως παραγκωνισμένος συνομιλητής, αλλά ως αναντικατάστατος εταίρος. Κατά τη συνάντηση διαφάνηκε καθαρά η στρατηγική που ακολουθεί το Ριάντ: επιδίωξη ουσιαστικής ενσωμάτωσης στο δυτικό τεχνολογικό και αμυντικό πλέγμα. Μια διαδικασία που στην πραγματικότητα απαλλάσσει ένα από τα πιο αυταρχικά καθεστώτα του κόσμου από τις συνήθεις προϋποθέσεις σεβασμού ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η ατζέντα του Ριάντ

Ο Μπιν Σαλμάν αποχώρησε από την Ουάσιγκτον με σημαντικά κέρδη. Εξασφάλισε τη δέσμευση Τραμπ για πώληση μαχητικών F-35, παρά τις αντιρρήσεις που εξέφραζαν τμήματα της αμερικανικής διπλωματίας αλλά και το Ισραήλ, καταρρίπτοντας ένα διαχρονικό ταμπού που συνδεόταν με τη διατήρηση της ισραηλινής «ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής». Και αυτό το πέτυχε χωρίς να δεσμευτεί ότι η Σαουδική Αραβία θα προσχωρήσει άμεσα στις «Συμφωνίες του Αβραάμ» - που το 2020 εγκαινίασαν την επίσημη εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν. Η συμμετοχή του Ριάντ θα αποτελούσε τεράστια επιτυχία για την Ουάσιγκτον, αλλά η υπόθεση παραμένει σε εκκρεμότητα λόγω της γενοκτονίας στη Γάζα.

Η οικονομική διάσταση των συνομιλιών ήταν εξίσου εντυπωσιακή. Το Ριάντ δεσμεύτηκε για επενδύσεις έως και ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στις ΗΠΑ - ποσό που προσφέρει στον Τραμπ άφθονο υλικό για να καυχιέται περί των «μεγάλων συμφωνιών» που επιτυγχάνει.

Παράλληλα, ο πρίγκιπας εξασφάλισε πρόσβαση στους πιο προηγμένους αμερικανικούς ημιαγωγούς, κρίσιμο συστατικό του σχεδίου να μετατραπεί η χώρα του σε παγκόσμιο κόμβο Τεχνητής Νοημοσύνης. Το πέτυχε υπενθυμίζοντας πως αν η Ουάσιγκτον δίσταζε, θα στρεφόταν στην κινεζική αγορά. Το μοναδικό πεδίο όπου δεν υπήρξε αντίστοιχη πρόοδος ήταν η συμφωνία για μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας, με τη συζήτηση να παραπέμπεται για αργότερα.

Η αλλαγή σε σχέση με την περίοδο Μπάιντεν είναι εντυπωσιακή: από έναν ηγέτη που δεν μπορούσε να επισκεφθεί την Ουάσιγκτον, σε έναν συνομιλητή που όχι μόνο γίνεται δεκτός ξανά στο Οβάλ Γραφείο, αλλά επιβάλλει και τη δική του ατζέντα. Η επιστροφή αυτή δεν ερμηνεύεται ως ένδειξη γενναιοδωρίας από πλευράς ΗΠΑ. Αντιθέτως, υπογραμμίζει ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν βασίζεται σε ηθικές αρχές αλλά στον υπολογισμό συμφερόντων: Όταν το στρατηγικό όφελος το απαιτεί, η Ουάσιγκτον είναι πρόθυμη να «ξεπλύνει» οποιονδήποτε στοχοποίησε παλαιότερα, χωρίς καμία ντροπή.

Η σκηνή με τον Τραμπ να επιπλήττει τη δημοσιογράφο που έκανε την ενοχλητική ερώτηση αποτυπώνει έτσι κάτι περισσότερο από αυταρχισμό. Όταν τα μεγάλα γεωπολιτικά συμφέροντα μπαίνουν στο τραπέζι, οι ηθικές ευαισθησίες γρήγορα υποχωρούν. Και έτσι η υπόθεση Κασόγκι μένει πια σαν σκιά στο φόντο μιας σχέσης που ανασυγκροτείται με όρους ωμού ρεαλισμού. Και με μια δόση υποκρισίας που κανείς δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να κρύψει.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0