Το 72% των Γερμανών δηλώνει πλέον ότι έχει αρνητική γνώμη για τη διακυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς. Ο καγκελάριος δεν μπορεί να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα στη χώρα όσο και αν οξύνει τον λόγο του από τη μια για το Μεταναστευτικό και από την άλλη απέναντι στη Ρωσία, που συνεχίζει να παρουσιάζει ως μια μεγάλη απειλή για τη χώρα. Όλα αυτά όμως δεν μπορούν να αποστρέψουν το βλέμμα από μια πραγματικότητα που προκαλεί ανησυχίες στους πολίτες για την καθημερινότητά τους. Η εικόνα της κυβέρνησης χειροτερεύει και από τη συντήρηση μιας εικόνας διαφωνιών και αντιφάσεων στις δηλώσεις στελεχών της, ακόμα και κορυφαίων, για μια σειρά από ζητήματα. Η μόνη που μοιάζει να μην πλήττεται από όλο αυτό το κλίμα είναι η Ακροδεξιά, που παραμένει πρώτη σε μια σειρά από δημοσκοπήσεις.
Αντιφατικές δηλώσεις υπουργών
Η γκάφα της περασμένης εβδομάδας αφορούσε τις αντικρουόμενες δηλώσεις του ιδίου και του υπουργού του των Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ για το θέμα της επιστροφής προσφύγων στη Συρία. Ο Βάντεφουλ που βρέθηκε στη διαλυμένη χώρα εμφανίστηκε συγκλονισμένος από την εικόνα που αντίκρισε και παραδέχτηκε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια σε αυτές τις συνθήκες. Συνεπώς, δεν είναι λογικό να μιλάμε για μαζικές επιστροφές, πρόσθεσε, προκαλώντας την οργή των σκληροπυρηνικών της Χριστιανοδημοκρατίας. Αντιθέτως, από το (μακρινό σε σχέση με τη Δαμασκό) Βερολίνο ο Μερτς τόνιζε ότι ο πόλεμος τελείωσε και δεν υφίσταται λόγος παροχής ασύλου σε Σύρους, τους οποίους η Γερμανία θα μπορεί να απελαύνει ευκολότερα πλέον.
Αλλά η δυσφορία της γερμανικής κοινωνίας δεν σχετίζεται βεβαίως με αυτό το θέμα, αλλά με μια καθημερινότητα στην οποία κυριαρχούν οι κακές ειδήσεις. Η ανάπτυξη δεν λέει να έρθει, η ακρίβεια επιμένει, οι περικοπές συνεχίζουν να αιωρούνται απειλητικά στην ατμόσφαιρα σε κάθε συζήτηση για το κοινωνικό κράτος και η βιομηχανία αναστενάζει, εκλιπαρώντας για κίνητρα, ενισχύσεις, επιδοτήσεις.
Χαλύβδινα προβλήματα
Την περασμένη Πέμπτη ο Μερτς υποδέχτηκε στην Καγκελαρία εκπροσώπους της βιομηχανίας χάλυβα, συνδικαλιστές του τομέα και τους πρωθυπουργούς έξι κρατιδίων που φιλοξενούν εργοστάσια αυτού του τομέα, που κάποτε ήταν το «βαρύ πυροβολικό» της γερμανικής οικονομίας. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, ο σκληρός ανταγωνισμός από την Κίνα και οι δασμοί του Τραμπ έχουν φέρει τον κλάδο σε απελπιστική κατάσταση. Ο Μερτς υποσχέθηκε βοήθεια, κυρίως μέσω φθηνής ενέργειας. Όμως μια σειρά οικονομολόγοι εκτιμούν ότι στην ουσία πρόκειται για «πεταμένα λεφτά», αφού η γερμανική χαλυβουργία δεν έχει πλέον ελπίδες επιβίωσης, τουλάχιστον με τη σημερινή της μορφή. Αλλά αυτό δεν είναι εύκολο να το πει ένας πολιτικός στους περίπου 80.000 εργαζόμενους του τομέα και στις οικογένειές τους.
Νέα εργοστάσια όπλων
Ευτυχώς για τη γερμανική οικονομία υπάρχει το πραγματικό «βαρύ πυροβολικό» της οικονομίας. Η γνωστή μας πολεμική βιομηχανία Rheinmetall συνεχίζει να δέχεται πλημμύρα παραγγελιών, όπως παραδέχτηκε αυτές τις ημέρες ο διευθύνων σύμβουλός της Άρμιν Πάπεργκερ, κάτι που, όπως προέβλεψε, θα συνεχιστεί και τις επόμενες εβδομάδες και μήνες. Η εταιρεία ανακοίνωσε τη δημιουργία νέων εργοστασίων παραγωγής πυρομαχικών και βλημάτων πυροβολικού στη Βουλγαρία και στη Λιθουανία με διαφορά μόλις λίγων ημερών, αλλά και τη συμπαραγωγή με μια ιταλική βιομηχανία του χώρου σύγχρονων αρμάτων μάχης για τον ιταλικό στρατό. Το ερώτημα είναι βεβαίως πού θα χρειαστούν τα εκατοντάδες χιλιάδες βλήματα πυροβολικού που θα παραχθούν τα επόμενα χρόνια και αν θα χρησιμοποιηθούν. Ο Πάπεργκερ δεν είπε κάτι για αυτό. Σημείωσε όμως ότι οι ομάδες των συνεργατών του συνομιλούν σε καθημερινή βάση με τη γερμανική κυβέρνηση για να υπάρξει καλύτερος συντονισμός και να αποφευχθούν καθυστερήσεις στην παράδοση των παραγγελιών από το υπουργείο Άμυνας στο Βερολίνο.
Το ερώτημα τι θα έκανε η γερμανική βιομηχανία και κατά συνέπεια και η οικονομία αν τελείωνε ο πόλεμος παραμένει αναπάντητο. Η κατεύθυνση πάντως που έχει πάρει δεν είναι κάτι που μπορεί να αναστραφεί μέσα σε λίγους μήνες ή ακόμα και χρόνια.