Οταν ένας Γερμανός υπουργός Εξωτερικών μιλά από μια αμερικανική βάση στην Ιαπωνία με φόντο νατοϊκά πολεμικά σκάφη και κατηγορεί την Κίνα για τη στάση της στην περιοχή αλλά και για τη στήριξή της προς τη Μόσχα, τότε δεν πρόκειται ούτε για αυθόρμητη ούτε για τυχαία επιλογή. Ο Γιόχαν Βάντεφουλ, στο πλαίσιο της περιοδείας του στην Ασία, επέλεξε να ξεκινήσει από την Ιαπωνία, που την αποκάλεσε μάλιστα κορυφαίο εταίρο (premiumpartner) για την πατρίδα του, πριν συνεχίσει το ταξίδι του στην Ινδονησία. Η επίσκεψη στη βάση Γιοκοσάκα του 7ου Αμερικανικού Στόλου ήταν κάτι σαν σκηνοθετημένη επιβεβαίωση της πρόσφατης απόφασης της Γερμανίας να εντατικοποιήσει τη στρατιωτική συνεργασία με τη σύμμαχό της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Επενδύουν και οι δύο στην άμυνα
Αυτό που μοιάζει να ενώνει και τις δύο χώρες είναι η εγκατάλειψη της παραδοσιακής εγκράτειας άλλων δεκαετιών στον στρατιωτικό τομέα, αποτέλεσμα ακριβώς αυτού του πολέμου. Τόσο η Γερμανία όσο και η Ιαπωνία ενισχύουν τα στρατεύματά τους μιλώντας για νέες απειλές (Ρωσία και Κίνα) και οι σύμμαχοι, που άλλοτε θα αντιμετώπιζαν με τρόμο αυτή την προοπτική, δείχνουν να επικροτούν τη συγκεκριμένη απόφαση.
Προφανώς η δεδηλωμένη πρόθεση του Γερμανού καγκελάριου Μερτς να αποκτήσει η χώρα του τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη δεν σταματάει στα σύνορα της ηπείρου μας, αλλά απαιτεί και συνεργασίες με χώρες εκτός αυτής. Το μόνο πρόβλημα προς το παρόν είναι η απροθυμία των νέων Γερμανών να καταταγούν στον στρατό, την ώρα που, όπως φάνηκε από τα συμφραζόμενα, ο Μερτς μάλλον υποσχέθηκε στον Τραμπ ότι η Γερμανία θα στείλει δυνάμεις στην Ουκρανία αν χρειαστεί.
Γερμανία και Ιαπωνία συνεργάζονται σε επίπεδο μυστικών υπηρεσιών του στρατού έπειτα από μια σχετική συμφωνία του 2021, ενώ οι Γερμανοί είναι παρόντες στη βάση της Γιοκοσάκα στο πλαίσιο της διεθνούς παρακολούθησης των δραστηριοτήτων της Βόρειας Κορέας. Από πολιτικούς που συνόδευαν τον Βάντεφουλ στο ταξίδι του τονίστηκε επίσης η ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της στρατιωτικής βιομηχανίας με κοινά προγράμματα «τώρα που οι δύο χώρες έχουν αποφασίσει να ξοδεύουν περισσότερα για την άμυνά τους».
Μια μελετημένη επίθεση
Αυτό που προκάλεσε όμως εντύπωση ήταν η συνειδητή επιλογή του Βάντεφουλ να επιτεθεί στην Κίνα από το έδαφος του άλλοτε εχθρού της και μάλιστα σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη χρονική περίοδο για το Ουκρανικό. Κατηγόρησε το Πεκίνο για «αυξανόμενη επιθετική συμπεριφορά» στην περιοχή υπονοώντας τις απειλές προς την Ταϊβάν, αλλά απαίτησε και μια αποστασιοποίηση από τη λογική στήριξης της Ρωσίας στον πόλεμό της ενάντια στην Ουκρανία. Το Πεκίνο απάντησε εκνευρισμένο, κατηγορώντας τον από τη μεριά του για «υποκίνηση αντιπαράθεσης και κλιμάκωση εντάσεων».
Ο Βάντεφουλ πάντως δεν έδειξε να πτοείται από την αντίδραση και επανέλαβε την κριτική του και από την Τζακάρτα. Η «αυξανόμενη στρατιωτική δυναμική του Πεκίνου στη Νότια Σινική Θάλασσα όχι μόνο απειλεί την ασφάλεια της Ασίας αλλά υπονομεύει και την παγκόσμια τάξη που βασίζεται σε κανόνες» δήλωσε σε μια ομιλία για την εξωτερική πολιτική κατά τη διάρκεια επίσκεψης σε ένα think tank στην Ινδονησία. Λόγω των εμπορικών οδών στην περιοχή, η συμπεριφορά της Κίνας αποτελεί επίσης οικονομική απειλή. Ο Βάντεφουλ προειδοποίησε για τον κίνδυνο κλιμάκωσης και στο Στενό της Ταϊβάν. Αυτό θα είχε «σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια ασφάλεια και ευημερία» είπε. «Τα γερμανικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα θα επηρεάζονταν επίσης άμεσα» υπογράμμισε. Την ίδια ώρα, ο συντηρητικός Τύπος στη Γερμανία επιδιδόταν σε αναλύσεις για την «επιστροφή της σινικής ηγεσίας στις λογικές του Λένιν και του Μάο».
Κάν’ το όχι όπως η Μέρκελ
Αυτή η σκληρή γλώσσα είναι μια άλλη «γερμανική στροφή» και δείγμα της «νέας αυτοπεποίθησης» την οποία διαφημίζουν από το περιβάλλον του καγκελάριου Μερτς ως αναγκαία προϋπόθεση για να αναλάβει το Βερολίνο τον ηγετικό ρόλο που αποφάσισε ότι πρέπει πλέον να παίξει.
Το ανέβασμα των τόνων απέναντι στην Κίνα κάνει να μοιάζουν πολύ μακρινές οι εποχές που η Άνγκελα Μέρκελ πραγματοποιούσε συχνές επισκέψεις συνοδευόμενη από μεγάλες επιχειρηματικές αντιπροσωπείες στο Πεκίνο και στη Σαγκάη. Στην εποχή της η Κίνα αναδείχτηκε σε πρώτο εμπορικό εταίρο της Γερμανίας, αν και η ίδια αργότερα παραδέχτηκε ότι υποτίμησε κάποιους κινδύνους από τη στενή αυτή σύνδεση των δύο οικονομιών, επέμεινε όμως ότι αυτό που χρειάζεται το Βερολίνο είναι «εξισορρόπηση και όχι διάρρηξη» της σχέσης με το Πεκίνο.
Η Γερμανία φοβάται μεταξύ άλλων την ενδυνάμωση του ρόλου της Κίνας σε διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς μετά την απόσυρση των ΗΠΑ του Τραμπ από αυτούς. Θορυβήθηκε από την κρύα υποδοχή και την απροθυμία συμβιβασμού της ηγεσίας της χώρας υπό τον Σι Τζινπίνγκ κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συνόδου κορυφής με την Ε.Ε. Τέλος, φαίνεται να πιστεύει ότι με μια επιθετική στάση απέναντι στο Πεκίνο μπορεί να κερδίσει ακόμα περισσότερους «πόντους» στο μπλοκάκι του Τραμπ, για τη συμπάθεια του οποίου δείχνει να προσπαθεί συστηματικά ο Μερτς. Είναι γνωστό ότι για τον Αμερικανό Πρόεδρο ο βασικός αντίπαλος βρίσκεται στο Πεκίνο και όχι στη Μόσχα. Μένει να φανεί πόσο μπορεί να «κρυώσουν» οι γερμανοσινικές σχέσεις, κάτι που θα ικανοποιούσε τις διαρκείς οχλήσεις της Ουάσιγκτον με ένα τέτοιου τύπου αίτημα, αλλά ανησυχεί πολλές γερμανικές εταιρείες που έχουν επενδύσει σημαντικά κεφάλαια στην οικονομία της ασιατικής χώρας.