Η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη αυτές τις μέρες θυμίζει κάτι από ζαλισμένο κοτόπουλο, και όχι μόνο εξαιτίας των μεγαλειωδών συγκεντρώσεων για τα Τέμπη και του σφυροκοπήματος που υφίσταται στη Βουλή. Μεγάλη είναι η ζαλάδα της και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, καθώς η εκλογή Τραμπ έχει αλλάξει τα πάντα και στην Ευρώπη και η μέχρι πρότινος επιλογή της κυβέρνησης να ταυτίζεται με τον ισχυρό σύμμαχο από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού έχει καταστεί ατελέσφορη. Το δίλημμα είναι τεράστιο. Θα ήταν τεράστιο ακόμα και για μια κυβέρνηση με σοβαρότερη εξωτερική πολιτική από αυτή που ασκεί για λογαριασμό του Κυριάκου Μητσοτάκη ο Γιώργος Γεραπετρίτης. Ωστόσο, αυτή θα κληθεί άμεσα να απαντήσει - και τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής είναι απογοητευτικά.
Είπε, για παράδειγμα, ο Γεραπετρίτης στη συζήτηση για την πρόταση μομφής στη Βουλή ότι η Ελλάδα «έχει ένα καίριο και ουσιαστικό διεθνές κεφάλαιο. Είμαστε παντού ενεργώς δρώντες και αξιόπιστοι συνομιλητές. Ενώνουμε τον Βορρά με τον Νότο, την Ανατολή με τη Δύση». Μόνο που η Ελλάδα δεν ήταν όχι δρώσα, αλλά ούτε καν παρούσα σε μια σειρά από μείζονος σημασίας συναντήσεις για το μέλλον της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής. Δεν ήταν καν παρούσα στις μαζώξεις που έκαναν για το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης πρώτα ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν, ο οποίος φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε -και στρατιωτικό- ηγέτη της Ε.Ε. και προστάτη της Ουκρανίας μετά τη χυδαία στάση του Τραμπ, και στη συνέχεια ο Βρετανός πρωθυπουργός Στράμερ, ο οποίος προσπαθεί, παρά το Brexit, να πρωταγωνιστήσει στην ευρωπαϊκή άμυνα, στην οποία θεωρεί πως πρέπει να συμμετέχει και η Τουρκία.
Απούσες ήταν και άλλες χώρες από αυτές τις «άτυπες» μαζώξεις, όπως τις χαρακτήρισε ο απρόσκλητος Κυριάκος Μητσοτάκης. Πλην όμως, οι αμυντικές αγωνίες, π.χ., της εξίσου απούσας Ολλανδίας δεν έχουν καμία σχέση με αυτές της Ελλάδας με τον δύσκολο γείτονα εξ Ανατολών. Άλλωστε, ο λόγος που ο Μητσοτάκης πλασάρει ως τεράστια επιτυχία στο εγχώριο κοινό τα δισεκατομμύρια που έχει ξοδέψει σε εξοπλιστικά προγράμματα δεν είναι η με το παραπάνω συμμόρφωση στο 2% του ΑΕΠ για την άμυνα που επιβάλλει το ΝΑΤΟ -και απαιτούσε μέχρι πρότινος ο Τραμπ να το ανεβάσει στο 5%-, αλλά η προσπάθεια για θωράκιση της χώρας έναντι του αναθεωρητισμού της Τουρκίας, μιας χώρας που είναι και μέλος του ΝΑΤΟ, για να μην ξεχνιόμαστε.
Μητσοτάκης: Έφυγε προώρως…
Πάντως, στην έκτακτη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. την περασμένη Πέμπτη για το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας και τη στήριξη της Ουκρανίας συμμετείχε βεβαίως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αν και δεν έμεινε μέχρι το τέλος εξαιτίας της συζήτησης στη Βουλή για την πρόταση μομφής. Σύμφωνα με τα όσα θέλησε το περιβάλλον του να δημοσιοποιηθούν, η συμβολή του πρωθυπουργού στη σύνοδο αυτή ήταν να υπογραμμίσει ότι «η έννοια της ασφάλειας δεν μπορεί να περιορίζεται στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης, καθώς υπάρχουν απειλές ασφάλειας και στα Δυτικά Βαλκάνια, στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή». Και να δώσει μάχη για να διασφαλίσει ότι και η Ελλάδα, που ξοδεύει πολύ παραπάνω από το 2% του ΑΕΠ της, θα μπορέσει να εξαιρέσει τις αμυντικές της δαπάνες από τον δημοσιονομικό κορσέ.
Λεφτά για κανόνια υπάρχουν
Στην έκτακτη αυτή σύνοδο οι 27 έθεσαν ως στόχο να κάνουν την Ε.Ε. «πιο κυρίαρχη», «πιο υπεύθυνη για τη δική της άμυνα» και «καλύτερα εξοπλισμένη να ενεργεί και να αντιμετωπίζει αυτόνομα μελλοντικές και άμεσες προκλήσεις». Για τον λόγο αυτόν εμφανίστηκαν πρόθυμοι να παραβιάσουν τους δημοσιονομικούς κανόνες, τους ίδιους κανόνες που θεωρούσαν «ιερούς» όταν απαιτούνταν χρήματα για το κοινωνικό κράτος και για τις υποδομές. Η πρόταση της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν -η οποία πάντως δεν είχε… διακριθεί ως υπουργός Άμυνας της Γερμανίας- να διαχωριστούν οι επενδύσεις στην άμυνα από το Σύμφωνο Σταθερότητας υποστηρίχθηκε πλήρως.
Αλλωστε, οι 27 συμφώνησαν να ξοδέψουν αστρονομικά ποσά για το σχέδιο της Φον ντερ Λάιεν «ReArm Europe», έως και 800 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 150 δισ. θα τα δανειστούν οι Βρυξέλλες. Εννοείται ότι όποιος και να δανειστεί αυτά τα χρήματα στο μέλλον θα τα ξεπληρώσουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Και τα υπόλοιπα από τα 150 έως τα 800 οι φορολογούμενοι των κρατών-μελών που θα κάνουν τις εθνικές επενδύσεις στην άμυνα. Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσουν τους Έλληνες, που έχουν πικρή εμπειρία από τα χρέη των απανωτών αγορών του αιώνα για την άμυνά τους.
Το νέο δόγμα της Ε.Ε. μετά την άτυπη σύνοδο κορυφής είναι -ευφημιστικά- «ειρήνη μέσω της ισχύος». Υποτίθεται πως με τις εξοπλιστικές επενδύσεις -κατά προτίμηση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, πιθανότατα της τουρκικής συμπεριλαμβανομένης- οι 27 θα προστατευτούν από τη Ρωσική Αρκούδα αν οι προστάτιδες Ηνωμένες Πολιτείες αφήσουν οριστικά την Ευρώπη στη μοίρα της. Μάλιστα, ο Εμανουέλ Μακρόν δηλώνει πρόθυμος να προσφέρει το πυρηνικό οπλοστάσιο της Γαλλίας σαν ομπρέλα προστασίας στη ρωσική απειλή αν οι Αμερικανοί κλείσουν τη δική τους.
Ηττα του ευρωπαϊκού οράματος
Αυτό το νέο δόγμα της Ε.Ε., το οποίο συνυπογράφει χωρίς ενδοιασμούς η ελληνική κυβέρνηση, καθόλου δεν έχει να κάνει με την ιδρυτική διακήρυξη της Ευρώπης. Ανοίγει διάπλατα τον δρόμο σε έναν νέο ανταγωνισμό εξοπλισμών, κόντρα στο όραμα των ιδρυτών της ΕΟΚ να δημιουργήσουν έναν χώρο ειρήνης και συμφιλίωσης «από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια», όπως έλεγαν ο Ντε Γκολ και ο Αντενάουερ.
Οι 27 έκαναν τη γνωριμία τους με τον Ντόναλντ Τραμπ πριν από οκτώ χρόνια και αποφάσισαν να στηρίξουν την Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή πριν από τρία χρόνια. Φαίνεται πως σ’ αυτό το διάστημα δεν έμαθαν τίποτε. Και τώρα αντιδρούν σπασμωδικά ξοδεύοντας δισεκατομμύρια στην άμυνα, τα οποία θα ήταν πολύ πιο χρήσιμα για τους Ευρωπαίους πολίτες αν επενδύονταν στην κοινωνική συνοχή και στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Το τραγικό είναι ότι έπειτα από τρία χρόνια πολέμου η Ε.Ε. δεν θεωρεί απαραίτητο να αναπτύξει το δικό της ειρηνευτικό σχέδιο για την Ουκρανία ούτε να συζητήσει μια νέα ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας.