Live τώρα    
Γερμανία / Στην εκλογική μάχη με επιστροφή στις ρίζες
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γερμανία / Στην εκλογική μάχη με επιστροφή στις ρίζες

135300838a.jpg
ΑΝΑΛΥΣΗ

Ανταπόκριση από Βόννη

Οταν πριν από περίπου τρία χρόνια ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς ορκιζόταν καγκελάριος, τίποτε δεν προδιέγραφε ότι η θητεία του θα τερματιζόταν πρόωρα, στιγματισμένη μάλιστα ως η «χειρότερη μεταπολεμική κυβέρνηση της Γερμανίας». Την περασμένη Δευτέρα, και τυπικά, ο τελευταίος υπουργός Οικονομικών της Άνγκελα Μέρκελ αποχαιρέτησε το αξίωμα με μια ομιλία που δυστυχώς για τον ίδιο επιβεβαίωσε σε μεγάλο βαθμό αυτό τον χαρακτηρισμό. Η προσπάθειά του να αποδείξει ότι η κυβέρνησή του «πέτυχε πράγματα» δεν είχε και τόσο ακλόνητα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ ήταν εμφανής η απόπειρά του να παρουσιάσει περίπου ως «προδοσία» τη στάση του φιλελεύθερου μέχρι πρότινος υπουργού Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ, που τελικά οδήγησε στη μεγάλη ρήξη και στον τερματισμό της συνεργασίας των τριών συνιστωσών της κυβέρνησης του «φωτεινού σηματοδότη».

Το χαμένο «οικονομικό θαύμα»

Θα ήταν πιο ειλικρινές αν ο Σολτς παραδεχόταν ότι αυτό που κατέρρευσε στις αρχές Νοεμβρίου και τυπικά επικυρώθηκε την περασμένη Δευτέρα δεν ήταν απλώς το τρικομματικό πείραμα συγκυβέρνησης, αλλά η δογματική πίστη στο αφήγημα ενός οικονομικού θαύματος, που υποτίθεται ότι στηρίχτηκε στη δημοσιονομική εγκράτεια, στην απορρύθμιση μεγάλου τμήματος της αγοράς και στη σοφία των μάνατζερ της βιομηχανίας. Ένα μοντέλο, δηλαδή, που με θρησκευτικό φανατισμό «αγιοποιήθηκε» τα τελευταία είκοσι χρόνια και με ύφος αυστηρού δασκάλου επιβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό σε ολόκληρη την Ε.Ε. Ο Σολτς τελικά ήταν ο λάθος άνθρωπος στη λάθος στιγμή, γιατί σε καμιά στιγμή της θητείας του δεν είχε το σθένος να ομολογήσει αυτή την αλήθεια. Αν ο καγκελάριος είχε παραδεχτεί όλα αυτά τα δομικά λάθη, θα ήταν πιο αληθοφανής και η προσπάθειά του να δείξει ένα είδος «μεταμέλειας», επικαλούμενος τώρα ξανά το κοινωνικό πρόσωπο της Σοσιαλδημοκρατίας, το οποίο -φρεσκαρισμένο από τις «πένες» των επικοινωνιολόγων- αποτυπώνεται στο προεκλογικό πρόγραμμα του κόμματός του. Μπορεί τώρα το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) να μιλάει για επαναφορά του φόρου μεγάλης περιουσίας, αύξηση του βασικού ωρομισθίου και στήριξη των συνταξιούχων, αλλά όλα αυτά θα μπορούσε να τα είχε προωθήσει πιο αποφασιστικά την προηγούμενη τριετία. Κι αν το επιχείρημα είναι ότι «δεν μας άφησαν οι Φιλελεύθεροι», το αυθόρμητο ερώτημα είναι με ποιον συνεργάτη φιλοδοξούν να τα υλοποιήσουν την επόμενη τετραετία ο Σολτς και το κόμμα του.

Ολοι ξεσκονίζουν τα κιτάπια τους

Βεβαίως, οι Σοσιαλδημοκράτες δεν είναι οι μόνοι που ελπίζουν σε «συγχώρεση» από το εκλογικό σώμα, ανοίγοντας τα παλιά κιτάπια τους και επικαλούμενοι παραδοσιακές θέσεις τους, που όμως εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες δεν υπάρχουν παρά μόνο στο μυαλό κάποιων γηραιότερων «συντρόφων». Όλα τα κόμματα, ειδικά αυτά που κυβέρνησαν τα τελευταία χρόνια, μοιάζουν να αναζητούν την εξιλέωση, επικαλούμενα τις άσπιλες ρίζες τους. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι αυτό των Πρασίνων, οι οποίοι αφού έβαλαν στην κατάψυξη όσα διατυμπάνιζαν κάποτε και τους έφεραν στους υπουργικούς θώκους, τώρα πήραν πάλι τον κουβά με το πράσινο χρώμα για να διεκδικήσουν την αποκλειστικότητα της οικολογικής ευαισθησίας, η οποία όμως προς μεγάλη ατυχία τους έχει παρεισφρήσει στα προεκλογικά κόμματα όλων των κομμάτων, με εξαίρεση ίσως της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία.

Η προεκλογική περίοδος είναι έτσι κι αλλιώς όπως εκείνη των εμπορικών εκπτώσεων. Μεγαλόστομες διακηρύξεις, απίστευτες προσφορές, αλλά όταν πας στο ταμείο, διαπιστώνεις ότι υπάρχουν και τα ψιλά γράμματα. Και όταν ξετυλίγεις το προϊόν, διαπιστώνεις ότι το μοντέλο είναι ξεπερασμένο και συχνά και τρίτης διαλογής, γεμάτο ψεγάδια.

Ξαναζεσταμένη σούπα

Για παράδειγμα, οι Χριστιανοδημοκράτες του «ανθρώπου της BlackRock» Φρίντριχ Μερτς, «πιστοί» και αυτοί σε παλιές παραδόσεις τους, επανέρχονται με το αφήγημα της ελεύθερης οικονομίας και των λιγότερων φόρων, κάνοντας και την καρδιά του Κρίστιαν Λίντνερ να φτερουγίζει. Δεν εξηγούν, όμως, πόσο ελεύθερη ήταν μια αγορά που στήριξε με εκατοντάδες δισεκατομμύρια τις τράπεζες και μεγάλες «συστημικές» βιομηχανίες, που επιχείρησε να προσελκύσει ξένες επενδύσεις με προκλητικά προνόμια και βασίστηκε κυρίως στη φτηνή ενέργεια, δεδομένο που εξασφάλιζαν πολιτικές αποφάσεις και επιλογές και όχι κάποιο «αόρατο χέρι» της αγοράς.

Μπορεί, λοιπόν, τα κόμματα να εμφανίζονται με τις φαρέτρες γεμάτες και τα μανίκια σηκωμένα και να επιλέγουν σκληρή φρασεολογία για να δώσουν αυτή τη μάχη, που ξεκίνησε και τυπικά την περασμένη Δευτέρα με τις ρητορικές αψιμαχίες στη Βουλή, όμως η αγωνία τους να αποδείξουν ποιος φταίει για τη σημερινή στασιμότητα στη Γερμανία περιορίζεται στο να επιρρίπτουν ευθύνες το ένα στο άλλο και όχι στο να αποδεικνύουν με χειροπιαστά παραδείγματα ότι είναι αποφασισμένα να ανατρέψουν εμμονές και ιδεοληψίες.

Η προεκλογική περίοδος θα είναι, λοιπόν, έντονη, αλλά κενή ουσίας. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά της μειώνουν την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, απωθούν τους πολίτες και τελικά τους μόνους που θα μπορούσαν να ευνοήσουν είναι τους ακραίους της Δεξιάς. Αυτοί με επαγγελματισμό πλέον πουλάνε «αντισυστημισμό», αντιευρωπαϊσμό και πατριδολατρία, μιλώντας ακόμα και για επιστροφή στο μάρκο, ως αντίδοτο στο τέρας του πληθωρισμού και στον φόβο κοινοτικοποίησης χρεών σε μια Ευρώπη που παραπαίει. Και προειδοποιούν ότι τα παραδοσιακά κόμματα, που υπερτονίζουν τώρα τις δήθεν προγραμματικές διαφορές τους, είναι έτοιμα να συνεργαστούν ξανά στο μέλλον για να κάνουν μια από τα ίδια. Και αυτό δυστυχώς δεν είναι καθόλου απίθανο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0