Η κόντρα για τη λιτότητα στην Ευρωζώνη και οι δηλώσεις για τη δυνατότητα διάσωσης α λα κυπριακά και άλλων κλυδωνιζόμενων τραπεζών καλά κρατούν, και μετά το πυκνό σε οικονομικά ραντεβού Σαββατοκύριακο στην Ουάσιγκτον. Παρά τις πιέσεις που δέχτηκε η Γερμανία για χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής στην εαρινή σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην αμερικανική πρωτεύουσα, δεν φαίνεται να πτοείται, όπως δείχνουν και οι χθεσινές δηλώσεις του κυβερνητικού εκπρόσωπου με αφορμή την επανεκλογή του 87χρονου Τζόρτζιο Ναπολιτάνο στην προεδρία της Δημοκρατίας στην Ιταλία: «Για μας παραμένει σαφές ότι η αποφασιστική πολιτική δημοσιονομικής εξυγίανσης και οι πολιτικές για βιώσιμη ανάπτυξη είναι αλληλοεξαρτώμενες», δήλωσε από το Βερολίνο ο εκπρόσωπος της Μέρκελ. Όσο για τον υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, φέρεται να αντεπιτέθηκε στις πιέσεις των Αμερικανών, να τονώσει τη ζήτηση στη Γερμανία, βάζοντας νερό στο κρασί τού… αγώνα για τη μείωση των ελλειμμάτων, λέγοντας ότι «μέχρι τώρα, δεν έχω ακούσει από κανέναν μια συγκεκριμένη πρόταση για το τι θα πρέπει τελικά να κάνει η Γερμανία».
Ο διοικητής της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, Γενς Βάιντμαν, που ήταν επίσης απελπιστικά... μόνος στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ, απέκρουσε και τις πιέσεις για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, αν και όλα δείχνουν πως δεν πρόκειται να καταψηφίσει μια πιθανή απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για περαιτέρω μείωση των επιτοκίων του ευρώ. Ο Βάιντμαν ήταν σαφέστερος του Σόιμπλε στην άρνησή του για ενίσχυση της ζήτησης στη Γερμανία, μέσω της αύξησης των μισθών. «Μια γενικευμένη αύξηση, όχι μόνο δεν θα ωφελούσε την Ευρωζώνη, αλλά, αντιθέτως, θα την τιμωρούσε, λόγω των σχετικά περιορισμένων εμπορικών σχέσεων με τις χώρες της περιφέρειας, οι οποίες δεν θα επωφελούνταν ιδιαίτερα από την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους και την αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης στη Γερμανία», υποστήριξε.
Επιπλέον, έσπευσε να πάρει θέση για το επόμενο «πακέτο διάσωσης» στην Ευρωζώνη, όποιο κι αν είναι αυτό. Είπε, λοιπόν, ότι «τα ευρωπαϊκά προγράμματα βοήθειας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ποια μπορεί να είναι η συνεισφορά μιας χώρας προκειμένου να ξεπεράσει προβλήματα τα οποία δημιουργήθηκαν από την ίδια». Ή αλλιώς ότι «εάν πρέπει να περιμένει κανείς αλληλεγγύη από τον Ευρωπαίο φορολογούμενο, θα πρέπει προηγουμένως να έχει εξετάσει πώς μπορούν να συμβάλουν οι ίδιοι οι φορολογούμενοι της χώρας που αντιμετωπίζει το πρόβλημα». Η τοποθέτηση αυτή χωρά πολλές ερμηνείες. Μία ερμηνεία μπορεί να είναι ότι, όπως η Κύπρος υποχρεώθηκε να καλύψει τα 13 από τα 23 δισεκατομμύρια ευρώ των αναγκών της κυρίως κουρεύοντας τις «ανασφάλιστες» καταθέσεις των δύο μεγαλύτερων τραπεζών της, έτσι και η όποια επόμενη κλυδωνιζόμενη χώρα θα πρέπει να βρει τον τρόπο να καλύψει ένα μεγάλο μέρος από τις ανάγκες της, κουρεύοντας ενδεχομένως περιουσίες.
Ο Μπαρόζο και η… κατανόηση
Την ίδια ώρα, πάντως, ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζοζέ Μπαρόζο, υποστήριζε ότι «οι σημερινές πολιτικές λιτότητας έχουν φτάσει στα όριά τους». Μιλώντας σε συνέδριο στις Βρυξέλλες ο Μπαρόζο επέμεινε στην ανάγκη οι πολιτικές λιτότητας να συνδυάζονται με μέτρα υπέρ της τόνωσης της ανάπτυξης, τονίζοντας, ωστόσο, ότι είναι λάθος να τίθεται το δίλημμα μεταξύ των δύο αυτών πολιτικών. Δεν διαφοροποιήθηκε, δηλαδή, σημαντικά από τη γερμανική αντίληψη, αφού επί της ουσίας ο Μπαρόζο υποστήριξε τις πολιτικές λιτότητας για τη διόρθωση των ελλειμμάτων και των δημοσιονομικών ανισορροπιών που, όπως τόνισε, θα συμβάλουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, την αύξηση των επενδύσεων και τελικά στην ενίσχυση της ανάπτυξης. Η μοναδική διαφοροποίησή του ήταν στην ταχύτητα και το μείγμα των δύο πολιτικών: «Ακόμη και εάν η πολιτική διόρθωσης του ελλείμματος είναι θεμελιωδώς σωστή, μπορούμε πάντοτε να συζητήσουμε τη χρονική προσαρμογή», είπε.
Εμφανίστηκε, δηλαδή, θετικός στο ενδεχόμενο να χορηγείται, υπό όρους, παράταση στο χρονοδιάγραμμα μείωσης των ελλειμμάτων, προκειμένου τα υπερχρεωμένα κράτη της Ευρωζώνης να εξυγιάνουν τα δημοσιονομικά τους.
Αλλά πάντα υπό την προϋπόθεση ότι θα προχωρούν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, «οι οποίες είναι απαραίτητες για να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη και όχι εικονική, που βασίζεται στη συσσώρευση χρεών».
Αναφερόμενος στην ελληνική κρίση, ο πρόεδρος της Κομισιόν την απέδωσε σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές είναι αυτές που παραβίασαν τη Συνθήκη και τους κανόνες της Ε.Ε., τονίζοντας ότι αποτελεί «πολιτική διαστρέβλωση» και «ακαδημαϊκή ανεπάρκεια» να επιρρίπτει κανείς την ευθύνη στην Ε.Ε. για τα προβλήματα των χωρών με δημοσιονομικές ανισορροπίες.