Την ερχόμενη Κυριακή 2,1 εκατομμύρια ψηφοφόροι του Βρανδεμβούργου, ουσιαστικά του «εξωτερικού κύκλου» του Βερολίνου, καλούνται να αναστρέψουν ή να επιβεβαιώσουν το κλίμα που διαμόρφωσαν με την ψήφο τους στις αρχές του μήνα οι συμπατριώτες τους σε Θουριγγία και Σαξονία. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μάλλον θα έχουμε και πάλι την καταγραφή της ανόδου της ακροδεξιάς AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), τη μείωση της δύναμης των κομμάτων της συγκυβέρνησης του Βερολίνου, την κατακόρυφη πτώση της Αριστεράς και τη δυναμική είσοδο στο Κοινοβούλιο του νέου κόμματος Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW).
Το συγκεκριμένο κρατίδιο είναι το μόνο από αυτά στην ανατολική μεριά της χώρας όπου μέχρι τώρα υπήρχε μια αξιόλογη παρουσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), το οποίο με ποσοστό 26,5% στις τελευταίες εκλογές κατάφερε να κρατήσει με τον Ντίτμαρ Βόιντκε τη θέση του πρωθυπουργού. Κάτι τέτοιο φαντάζει πλέον δύσκολο με την AfD να βρίσκεται μπροστά σε όλες τις δημοσκοπήσεις και αυτό που ελπίζουν στο SPD είναι μάλλον μια αξιοπρεπής ήττα με ποσοστό πάνω από 20%.
Αυτό δεν θα σταματήσει τις γκρίνιες για την κυβέρνηση Σολτς, αλλά ίσως να δώσει κάποιες ανάσες στον καγκελάριο, ο οποίος αμφισβητείται ανοιχτά πλέον ακόμα και από μέχρι πρότινος πιστούς του συντρόφους. Ο ίδιος επιμένει να απαντά στα πιεστικά ερωτήματα των δημοσιογράφων με τον ίδιο μονότονο τρόπο, διαβεβαιώνοντας ότι αφενός δεν πρόκειται να πάει σε πρόωρες κάλπες και αφετέρου ότι στον έναν χρόνο που απομένει μέχρι τις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2025 μπορεί να πετύχει την ανατροπή και να είναι και πάλι νικητής. Επικαλείται μάλιστα το γεγονός ότι κάτι ανάλογο είχε συμβεί και το 2021, όταν οι δημοσκοπήσεις και πάλι τον έφερναν σταθερά πίσω, αλλά τελικά κατάφερε την ανατροπή.
Άλλαξαν όμως οι καιροί…
Αυτό μοιάζει βεβαίως περισσότερο με ευσεβή πόθο. Όχι μόνο γιατί το 2021 το SPD ξεκινούσε από θέση της αντιπολίτευσης έπειτα από 16 χρόνια της «μονόχνωτης» διακυβέρνησης Μέρκελ, αλλά γιατί το κλίμα σήμερα είναι πολύ διαφορετικό. Η Γερμανία έχει κολλήσει στην ύφεση, τη χώρα διατρέχει μια ατμόσφαιρα στασιμότητας και τα προβλήματα μοιάζουν ανυπέρβλητα ύστερα από απανωτές κρίσεις που δεν φαίνεται να βρίσκουν λύση. Δεν είναι τυχαίο ότι στις πρόσφατες εκλογές, αν και τοπικού χαρακτήρα, τα ζητήματα που συζητήθηκαν περισσότερο ήταν το Μεταναστευτικό, ο πόλεμος στην Ουκρανία και κατόπιν η ακρίβεια. Στο πρώτο ζήτημα κερδοσκοπεί η Ακροδεξιά, στο δεύτερο επένδυσε προεκλογικά η Βάγκενκνεχτ και ο καγκελάριος δείχνει έτοιμος να υιοθετήσει μια πολιτική που ή θα διευρύνει την εκλογική του επιρροή ή θα του φέρει απώλειες και από δικά του παραδοσιακά ακροατήρια.
Από τη μία η κυβέρνησή του υιοθετεί πλέον ανοιχτά μια πιο σκληρή πολιτική προστασίας των συνόρων και επιτάχυνσης απελάσεων μεταναστών ως αντίδοτο στον ακροδεξιό λαϊκισμό, από την άλλη ο ίδιος ο Σολτς προσπαθεί να αναλάβει κάποιες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες κάνοντας για πρώτη φορά αναφορά σε συμμετοχή σ’ αυτές και της Ρωσίας σε μια προσπάθεια να «απαντήσει» στη σχετική προπαγάνδα του νεοσύστατου κόμματος της Βάγκενκνεχτ. Το αν ο Σολτς διαθέτει τις απαραίτητες δεξιότητες για να αντεπεξέλθει σ’ αυτές τις δύσκολες ασκήσεις ισορροπίας μένει να φανεί. Οι περισσότεροι πάντως αμφιβάλλουν.
Ποιος θέλει γρήγορα εκλογές;
Τα στοιχήματα πάντως για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών δίνουν και παίρνουν χωρίς διακοπή. Αυτό που ίσως αφαιρεί από τέτοια σενάρια τη δυνατότητα υλοποίησής τους είναι το γεγονός ότι στην πραγματικότητα κανείς δεν βιάζεται να πάει σε εκλογές. Οι Σοσιαλδημοκράτες έτσι κι αλλιώς ελπίζουν σε μια ανάκαμψη, η οποία θα χρειαστεί χρόνο και... ιδέες. Οι Πράσινοι αναζητούν μάταια τρόπους να βρουν και πάλι τη χαμένη τους λάμψη. Οι Φιλελεύθεροι ψάχνουν μάλλον ένα θαύμα για να γλιτώσουν μια ενδεχόμενη «έξωσή» τους από την επόμενη Βουλή αφού τα ποσοστά τους είναι τραγικά. Στην αντιπολίτευση, οι Χριστιανοδημοκράτες βλέπουν να προηγούνται μεν, αλλά χωρίς να δημιουργούν ένα πραγματικό δυναμικό ρεύμα νίκης. Η Αριστερά παλεύει ενάντια στην αποσύνθεση και η Σάρα Βάγκενκνεχτ αναζητεί πρόσωπα για να στελεχώσει το κόμμα της και στη δυτική πλευρά της χώρας, όπου ουσιαστικά η οργάνωσή του είναι ακόμα στα σπάργανα. Οι μόνοι που ίσως να βιάζονταν να καταγράψουν ανοδικά ποσοστά είναι ο ακροδεξιοί της AfD, αλλά και γι’ αυτούς είναι μάλλον προτιμότερο να παραμένουν σαν «απειλή» μιας ανερχόμενης δύναμης που απλώς εκμεταλλεύεται το γενικότερο κλίμα δυσαρέσκειας για να δημαγωγεί ανέξοδα.
Αν θέλει πάντως να είναι κανείς ειλικρινής, θα πρέπει να παραδεχτεί ότι θα ήταν πολύ όμορφο για να είναι αληθινό το να πιστεύει ότι τα προβλήματα της σημερινής Γερμανίας μπορούν να λυθούν με εκλογές. Ο χαρακτήρας τους είναι πολύ βαθύτερος, δομικός, και ο στρουθοκαμηλισμός προηγούμενων κυβερνήσεων αποδεικνύεται τελικά σχεδόν επικίνδυνος. Η κατάρρευση μιας γέφυρας στο κέντρο της Δρέσδης κατέδειξε για ακόμα μια φορά την αργοπορία της πολιτικής να ανταποκριθεί στην ανάγκη επενδύσεων σε τομείς υποδομών εδώ και κάποιες δεκαετίες. Το ίδιο μαρτυρούν και τα τρένα, που όταν... σφυρίζουν στους γερμανικούς σταθμούς το κάνουν με εκνευριστικές καθυστερήσεις. Ανακοινώσεις δε σαν εκείνη της Volkswagen για κλείσιμο εργοστασίων επί γερμανικού εδάφους εντείνουν τις ανησυχίες για τη χαμένη στιβαρότητα της γερμανικής οικονομίας, που δείχνει πρωτόγνωρα ευάλωτη. Ό,τι λοιπόν κι αν έχει στο μυαλό του ο Σολτς σίγουρα δεν είναι κάποια μαγική συνταγή, αν και ακριβώς κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν η χώρα.