Κώστας Αργυρός, Βόννη
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή ως ένα άγνωστο και αρχικά «μαζεμένο κορίτσι», μέχρι το 2021, όταν αποχώρησε από την ενεργό πολιτική μετρώντας 16 χρόνια θητείας, από τα οποία μόνο στο πρώτο δεν είχε ανακηρυχθεί «ισχυρότερη γυναίκα του πλανήτη», πολλοί προσπάθησαν να διεισδύσουν στο μυαλό της Άνγκελα Μέρκελ για να ερμηνεύσουν καλύτερα τις αποφάσεις της.
Στην πράξη κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έλυσε τον γρίφο. Την περασμένη εβδομάδα το πρώτο κανάλι της δημόσιας γερμανικής τηλεόρασης (ARD) με αφορμή τα 70ά της γενέθλια πρόβαλε ένα ντοκιμαντέρ «μαμούθ» σε πέντε επεισόδια, συνολικής διάρκειας δυόμισι ωρών, σε μια απόπειρα να φωτίσει λίγο τα «μοιραία χρόνια» της διακυβέρνησής της. Ωστόσο, πέρα από γνωστές διαπιστώσεις, όπως, για παράδειγμα, ότι η Μέρκελ ήταν μια ψυχρή «τεχνικός της εξουσίας» που κατάφερε να επιβληθεί και να επιβιώσει σε ένα συντηρητικό κόμμα, σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, πέραν της κλασικής παραδοχής ότι έβλεπε την πολιτική όχι μέσα από ιδεολογίες, αλλά ως μια πολύ πρακτική υπόθεση, το ντοκιμαντέρ περισσότερο επανέφερε στην επιφάνεια παλιές απορίες, παρά τις έλυσε. Ίσως, μάλιστα, να προκάλεσε και νέες, που είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα φροντίσει να λύσει η ίδια, όταν τον Νοέμβριο θα κυκλοφορήσει η αυτοβιογραφία της.
Δισταγμοί και αναβολές
Αυτό για το οποίο την κατηγορούν πολλοί και αναρωτιούνται ακόμα περισσότεροι είναι ότι με βάση τη δύναμη που της έδωσε το μοναδικό κατόρθωμα να μην χάσει ποτέ εκλογές η κυρία Μέρκελ θα μπορούσε να είχε προχωρήσει σε πολύ πιο ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, που δεν θα υποχρέωναν τη σημερινή Γερμανία και τους διαδόχους της να τρέχουν ασθμαίνοντας να καλύψουν το χαμένο έδαφος. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Η καγκελάριος της «εγκράτειας» αγνόησε τις επανειλημμένες εκκλήσεις για τόνωση των δημόσιων επενδύσεων με το επιχείρημα ότι δεν θέλει να αφήσει επιπλέον χρέη στις επόμενες γενιές. Αυτό, όμως, που άφησε τελικά ήταν γερασμένες και ανεπαρκείς υποδομές. Οι σιδηρόδρομοι ασθμαίνουν, οι τηλεπικοινωνίες είναι δυσανάλογα αργές για μια χώρα που θέλει να είναι η πρώτη τεχνολογικά βιομηχανία της Ευρώπης. Τα σπίτια για τη νέα γενιά είναι αδύνατο να βρεθούν σε τιμές «ανθρώπινες». Ελλείψεις υπάρχουν σε νηπιαγωγούς, δασκάλους, γιατρούς. Η Γερμανία μοιάζει να έκανε στάση μία με δύο δεκαετίες πίσω. Όλα αυτά για να μην χαλάσει ο μύθος της Σουαβής νοικοκυράς, που δεν θα ξοδέψει ποτέ παραπάνω από όσα διαθέτει.
Αυτός ο απλοϊκός τρόπος παρουσίασης της πολιτικής έδωσε προσωρινά και καθόλου ασήμαντα πολιτικά κέρδη στο από κάποιο σημείο και μετά «αχώριστο δίδυμο» Μέρκελ-Σόιμπλε, αλλά ο λογαριασμός για τη χώρα ήρθε με καθυστέρηση. Ο Σόιμπλε δεν ζει πια, συνεπώς η Μέρκελ είναι αυτή που πρέπει να απολογηθεί για αυτή την αναβλητικότητα, που τελικά κατέληξε να μετατραπεί σε ιδεολογία.
Η πολιτική ως καθημερινότητα
Ενα άλλο μεγάλο ερώτημα αφορά το αν η αδυναμία της να δει πέρα από την πολιτική καθημερινότητα ήταν μια αδυναμία ή απλώς καιροσκοπισμός. Η Μέρκελ εμφανίστηκε, για παράδειγμα, ως «η καγκελάριος της κλιματικής αλλαγής». Υποσχέθηκε στόχους που δεν επιτεύχθηκαν, παρά μόνο τη χρονιά που η χώρα σταμάτησε να «λειτουργεί« λόγω των λοκντάουν. Ανακοίνωσε την αποχώρηση από την πυρηνική ενέργεια μάλλον παρορμητικά μετά την τραγωδία της Φουκουσίμα, περισσότερο από τον φόβο της για τις εκλογικές συνέπειες και λιγότερο εξαιτίας μιας οξυδέρκειας που την έκανε να βλέπει μακριά. Δεν αποσυνδέθηκε από τη «διπλωματία των αγωγών», την οποία είχαν «εφεύρει» οι προκάτοχοί της, αλλά την ενίσχυσε, οδηγώντας σε μια σχεδόν ολοκληρωτική ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, για την οποία όλοι την κακίζουν τώρα. Απόλαυσε με ικανοποίηση τον χαρακτηρισμό της «πρέσβειρα της ειρήνης» μετά τη Συμφωνία του Μινσκ το 2015, η οποία όμως στην πράξη ελάχιστα δέσμευε τη Μόσχα, παραβλέποντας ότι η σύγκρουση στην Ουκρανία πρακτικά δεν σταμάτησε ποτέ.
Κυβερνώντας από μέρα σε μέρα, χωρίς πραγματικό σχέδιο, κατάφερνε να δίνει την αίσθηση της ασφάλειας και της σταθερότητας σε ένα φοβισμένο ακροατήριο, που δεν απαιτούσε να μάθει «πού πάμε;». Η πιο αποκαλυπτική φράση που ακούστηκε στο προαναφερθέν ντοκιμαντέρ ήταν του πρώην υπουργού και επί χρόνια στενού της συνεργάτη Τόμας ντε Μεζιέρ: «Αν μπεις σε ένα αεροπλάνο και ακούσεις ότι στο πιλοτήριο βρίσκεται η Άνγκελα, τότε νιώθεις σίγουρος ότι θα φτάσεις στον προορισμό σου. Απλώς δεν ξέρεις ποτέ ποιος θα είναι αυτός ο προορισμός…».
Ολες οι κρίσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Γερμανία και ξυπνούν την εικόνα του «μεγάλου ασθενούς» της Ευρώπης σχετίζονται λίγο έως αποκλειστικά με τα χρόνια της παντοδυναμίας της. Όπως και το γεγονός ότι παρέδωσε τελικά μια χώρα όπου οι ακροδεξιές ιδέες είναι πολύ πιο διαδεδομένες και κυρίως έχουν πλέον μια κατοχυρωμένη μέσα στους θεσμούς του κράτους επίσημη εκπροσώπηση. Η αιτία για αυτό δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι η ίδια δεν ήταν αρκετά «δεξιά», καθόλου καθολική για να τους κρατήσει όλους αυτούς εντός κόμματος, όπως κατάφερνε ο Χέλμουτ Κολ. Οι αστοχίες και οι αβλεψίες δημιούργησαν ένα έδαφος δυσαρέσκειας για να οργώνουν λαϊκιστές, οι οποίοι επίσης μιλούν απλοϊκά, υπόσχονται γρήγορες λύσεις, αποφεύγουν να δουν πέρα από την επιφάνεια. Αυτό είναι τελικά το πιο ασυγχώρητο κομμάτι μιας πολιτικής κληρονομιάς που αναμφίβολα έχει περάσει στην Ιστορία.