Live τώρα    
Ουκρανικό / Αναζητώντας λογική διέξοδο σε ένα παράλογο αδιέξοδο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ουκρανικό / Αναζητώντας λογική διέξοδο σε ένα παράλογο αδιέξοδο

Η κίνηση του Μπάιντεν να στείλει άλλους 3.000 Αμερικανούς στρατιώτες σε... “δόσεις” σε Πολωνία, Γερμανία και Ρουμανία ενώ συνεχίζεται το σουρεαλιστικό πολεμικό δράμα στην Ουκρανία είναι εν πολλοίς μια κίνηση τακτικής. Οφείλει να δείξει στους ακραιφνείς φίλους της Αμερικής στην ανατολική Ευρώπη ότι, τέλος πάντων, δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια την ώρα που ο Πούτιν προσπαθεί να γίνει -αν δεν είναι ήδη- ο Χίτσκοκ της γεωπολιτικής.

Στην πραγματικότητα, από πλευράς ουσίας δεν αλλάζει τίποτα στο ισοζύγιο ισχύος στην ουκρανική μεθόριο. Τι διαφορά, άλλωστε, μπορούν να κάνουν 3.000 στρατιώτες παραπάνω, έστω και Αμερικανοί, μπροστά σε ένα μέτωπο 100.000 και πλέον που έχει παρατάξει η Ρωσία; Ως επί το πλείστον, είναι μια συμβολική κίνηση, που όμως δείχνει καθαρά ότι ο τρόπος σκέψης των ιθυνόντων του αμερικανοΝΑΤΟϊκού στρατοπέδου δεν έχει αλλάξει. Η βασική συλλογιστική τους είναι αγκυλωμένη στη βολική αφήγηση της Ουάσιγκτον ότι η Ρωσία, ως διάδοχος της πάλαι ποτέ Σοβιετικής  Ένωσης, είναι η ηττημένη του Ψυχρού Πολέμου. Επομένως, ο Πούτιν δεν έχει κανένα δικαίωμα να θέλει να επιβάλει τους όρους τους σε μια “επικράτεια” που έχει απολέσει. Πόσο μάλλον να θέλει εκ των υστέρων να “αναστηλώσει” τη σφαίρα επιρροής της Μόσχας.

Ως έναν βαθμό τη θέση αυτή ενστερνίζονται οι περισσότεροι Δυτικοί αναλυτές και αρθρογράφοι, ακόμη κι εκείνοι των πιο φιλελεύθερων και προοδευτικών μέσων. Ωστόσο, ψύχραιμοι συνάδελφοί τους θεωρούν ότι υπάρχει λογική διέξοδος σε αυτό το παράλογο αδιέξοδο. Και δεν είναι άλλη από τον διπλωματικό και γεωπολιτικό ρεαλισμό.

Ο Ντέιβιντ Κρικεμάνς, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Αντβέρπης στο Βέλγιο, θεωρεί πως η Ουκρανία δεν έχει θέση στο ΝΑΤΟ, ότι το μέλλον της βρίσκεται στην ουδετερότητα και πως την εδαφική ακεραιότητά της θα πρέπει να εγγυηθούν και τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, Δύση και Ανατολή.

Διπλή εγγύηση

“Το ΝΑΤΟ θα έπεφτε σε παγίδα αν απαντούσε στρατιωτικά στις προκλήσεις της Μόσχας” γράφει σε άρθρο του στην επιθεώρηση διεθνούς πολιτικής Clingendael Spectator. Η πραγματική διέξοδος από αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι πόκερ βρίσκεται αλλού: στο γεωπολιτικό μέλλον της Ουκρανίας.

Θα μπορούσε η χώρα αυτή να γίνει τόπος συνάντησης μεταξύ Δύσης και Ανατολής, παρά στρατηγικό πεδίο σύγκρουσης; Αντί να πρέπει να επιλέξει, η Ουκρανία θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε οικονομικές ευκαιρίες τόσο από τη Δύση όσο και από την Ανατολή”.

“Όσον αφορά την πολιτική της ασφάλειάς του, το Κίεβο πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν είναι εφικτή. Η Ουκρανία δεν μπορεί να είναι επίσημα σύμμαχος, αλλά πρέπει η εδαφική ακεραιότητά της να είναι εγγυημένη και από τα δύο στρατόπεδα - Δύση και Ανατολή. Αυτή τη φορά σε μια πιο δεσμευτική παραλλαγή του Μνημονίου της Βουδαπέστης” σημειώνει ο Κρικεμάνς.

Το Μνημόνιο αυτό, που υπογράφηκε στη διάσκεψη του ΟΑΣΕ στη Βουδαπέστη στις 5 Δεκεμβρίου 1994, περιλάμβανε εγγυήσεις ασφαλείας έναντι απειλών ή χρήσης βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και του Καζακστάν. Ως “αντάλλαγμα”, οι τρεις αυτές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες κατάργησαν τα πυρηνικά οπλοστάσιά τους μεταξύ 1994 και 1996. Οι υπογράφοντες πρόσφεραν στην Ουκρανία "διαβεβαιώσεις ασφαλείας" σε αντάλλαγμα για την προσχώρησή της στη Συνθήκη μη Διάδοσης των Πυρηνικών  Όπλων.

Ως τότε, η χώρα “διέθετε” το τρίτο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, επί του οποίου έχει βέβαια τον φυσικό, αλλά όχι τον επιχειρησιακό έλεγχο. Η Ρωσία είχε στην κατοχή της τους κωδικούς που απαιτούνταν για τη χρήση πυρηνικών όπλων μέσω του ρωσικού συστήματος διοίκησης και ελέγχου.

Ο φόβος του λάθους υπολογισμού

Το Μνημόνιο της Βουδαπέστης υπογράφηκε αρχικά από τρεις πυρηνικές δυνάμεις, τη Ρωσική Ομοσπονδία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Κίνα και η Γαλλία έδωσαν κάπως πιο περιορισμένες “ατομικές” διαβεβαιώσεις σε χωριστά έγγραφα. Ωστόσο, το επίσημο καθεστώς του Μνημονίου αμφισβητούνταν πάντα.  Ήταν, εντέλει, αυτό το έγγραφο νομικά δεσμευτικό τόσο για την Ουάσιγκτον όσο και για τη Μόσχα;

Παραδόξως, οι δυτικές κυβερνήσεις επαναδεσμεύονται τώρα για την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και την εξοπλίζουν με «αμυντικά όπλα», γράφει ο Κρίκεμανς. Η Ρωσία από την πλευρά της φαίνεται να προωθεί με ζέση την από το 2014 θέση της ότι «ποτέ δεν ήταν υποχρεωμένη να αναγκάσει οποιοδήποτε μέρος του πληθυσμού της Ουκρανίας να παραμείνει στην Ουκρανία παρά τη θέλησή του».

Τώρα, με τις πλάτες και τα όπλα των Αμερικανών και με τα drones των Τούρκων, οι Ουκρανοί ελπίζουν ότι θα ανακαταλάβουν τις ανατολικές επαρχίες του Ντόνετσκ και του Λουγκάνσκ τις οποίες έχασαν τον Μάιο του 2014. Τον περασμένο Οκτώβριο επιτέθηκαν στη λεγόμενη «γραμμή επαφής» με τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Η Μόσχα σαφώς δεν πρόκειται να αποδεχτεί την ουκρανική επιθετική δραστηριότητα ως de facto παράγοντα της σύγκρουσης θεωρώντας ότι απειλεί τη δική της στρατηγική αποσταθεροποίησης. Ο κίνδυνος εδώ έγκειται κυρίως στον λάθος υπολογισμό που μπορεί να κάνει η μία από τις δύο πλευρές.

Αυτός ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, αφού οι ειρηνευτικές συμφωνίες του Μινσκ, του 2014, δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Περισσότερη αυτονομία για τις περιοχές του Ντόνετσκ και του Λουχάνσκ, η απόσυρση των βαρέων όπλων, ένα νέο σύνταγμα για την Ουκρανία, τίποτα από όσα προέβλεπε η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε. Η Ρωσία παίζει το χαρτί της προστασίας των Ρώσων στον εγγύς χώρο πέραν των ανατολικών συνόρων της για να διατηρήσει την επιρροή της. Αλλά η στρατιωτική ισορροπία που δημιούργησε η Μόσχα κινδυνεύει να υπονομευθεί ως αποτέλεσμα της τρέχουσας συσσώρευσης οπλισμού από τη Δύση στην ανατολική Ουκρανία. Αν και το δυτικό στρατόπεδο φαίνεται ότι θέλει να εξισορροπήσει εκ νέου την εξίσωση ισχύος στην ανατολική Ευρώπη και να καθησυχάσει τους συμμάχους του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., το ερώτημα παραμένει: πώς θα είναι το τέλος του επικίνδυνου αυτού παιχνιδιού;

Οδικός χάρτης

Κάποια στιγμή, η Δύση θα πρέπει να απαιτήσει σταδιακή μείωση των εντάσεων, για παράδειγμα μέσω ενός οδικού χάρτη τμηματικής, αμοιβαίας απόσυρσης δυνάμεων και στρατιωτικών μέσων, προτείνει ο Βέλγος αναλυτής. Αυτό θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα στο πρώτο στάδιο μιας ανανεωμένης διαδικασίας για την εκ νέου εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ.

Υπάρχει, φυσικά, ο κίνδυνος η Μόσχα να επιδιώξει να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους αυτών των συμφωνιών, αλλά κάτι τέτοιο φαντάζει παρατραβηγμένο. "Ως εκ τούτου, θα ήταν συνετό να πατήσουμε το κουμπί της παύσης στη γεωπολιτική κρίση στην Ουκρανία. Η πύλη της κολάσεως που έχει δημιουργηθεί οδηγεί στον κίνδυνο διάλυσης της χώρας".

Προφανώς, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα αισθάνονται σήμερα ότι η Ουκρανία είναι πιο σημαντική από ό,τι θεωρούσαν το 1994. Τώρα είναι πρόθυμες να δεσμεύσουν στρατιωτικά μέσα για να την υπερασπιστούν. Δεν θα διασφαλιζόταν όμως καλύτερα η ασφάλεια της Ουκρανίας εάν μπορούσε να γίνει διαπραγμάτευση για μια πιο αυστηρή μορφή του Μνημονίου της Βουδαπέστης, η οποία αργότερα θα εγκρινόταν από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ; Από γεωστρατηγική σκοπιά, αυτό θα σήμαινε ότι η χώρα θα αποκτούσε de facto το καθεστώς του ουδέτερου κράτους.

Παράλληλα, οι σχέσεις Ανατολής-Δύσης πρέπει επειγόντως να αντιμετωπίσουν ζητήματα για τα οποία απαιτείται συμβιβασμός. Οι προσπάθειες για την έναρξη διαπραγματεύσεων για τον έλεγχο των πυρηνικών και συμβατικών όπλων και τον αφοπλισμό θα πρέπει να ενταθούν ξανά. Η λήξη και μη ανανέωση της συνθήκης INF για τον έλεγχο των πυραύλων μικρού και μεσαίου βεληνεκούς καθώς και της συνθήκης για τις συμβατικές δυνάμεις (CFE) δημιουργούν ένα επικίνδυνο περιβάλλον ασφαλείας στην Ευρώπη.

“Το όραμα για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να αποτελεί μέρος του ευρύτερου οδικού χάρτη προς μια μελλοντική παγκόσμια τάξη πραγμάτων στην οποία η Ρωσία έχει να διαδραματίσει έναν πιο εποικοδομητικό ρόλο” καταλήγει στο άρθρο του ο Βέλγος ακαδημαϊκός. “Ο δρόμος μπροστά μας δεν θα είναι εύκολος επειδή είναι στρωμένος με δυσπιστία και από τις δύο πλευρές. Αλλά θα ήταν επίσης χρήσιμο η Δύση να παραδεχτεί ότι δεν είχε την ενσυναίσθηση να κατανοήσει τις επιθυμίες και τις ανησυχίες της Ρωσίας μετά το 1991 και ότι έκανε τα δικά της λάθη. Τώρα είναι η ώρα να διορθώσει αυτά τα λάθη”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0