Τρία είναι να βασικά σενάρια για το τι θα κάνει ο Πούτιν στην Ουκρανία, όμως ο άγνωστος “x” είναι άλλος. Και το μεγάλο ερώτημα δεν μπορεί ν’ απαντηθεί: Πώς θα είναι ο κόσμος την επομένη μιας “δυναμικής” ρωσικής αντίδρασης στην επιχειρούμενη περαιτέρω ΝΑΤΟϊκή διεύρυνση;
Το πρώτο σενάριο περιλαμβάνει μια καταναγκαστική διπλωματική “λύση”, γράφει το Foreign Affairs. Δηλαδή η Ρωσία θα αναγνωρίσει επίσημα -ή θα προσαρτήσει- την ελεγχόμενη από τους ρωσόφωνους αυτονομιστές περιοχή του Ντονμπάς στην ανατολική Ουκρανία, όπως είχε αναγνωρίσει την Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία το 2008, τις αποσχισθείσες περιοχές της Γεωργίας.
Αν και κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στο Κρεμλίνο να αποφύγει περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση, δεν θα ήταν η καθαρή «νίκη» που επιδιώκει. Διότι είναι δεδομένο πως οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ θα απαντήσουν ενισχύοντας τη στρατιωτική παρουσία τους κατά μήκος της ανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας, επομένως το “πρόβλημα” για τη Ρωσία θα παραμείνει και θα γίνει εντονότερο.
Η ρωσική ηγεσία μπορεί επίσης να ελπίζει ότι θα οδηγήσει την Ουκρανία σ’ έναν λάθος υπολογισμό, όπως είχε κάνει το 2008 ο Γεωργιανός Πρόεδρος Μιχαήλ Σαακασβίλι, που επέλεξε να πολεμήσει κατά των υποστηριζόμενων από τη Μόσχα αυτονομιστών της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας παρέχοντας έτσι στο Κρεμλίνο το πρόσχημα για πρόσθετη στρατιωτική δράση και, φυσικά, εύλογη άρνηση στη συνέχεια οποιαδήποτε υπαιτιότητας.
Τα σενάρια...
Το δεύτερο σενάριο, σύμφωνα με τους αναλυτές Αλεξάντερ Βίλντμαν και Ντομινίκ Κρουζ Μπαστίγιος, περιλαμβάνει μια περιορισμένης έκτασης ρωσική επίθεση με χρήση μικρής αεροπορικής δύναμης για την κατάληψη πρόσθετων εδαφών στην ανατολική Ουκρανία και στο Ντονμπάς, ίσως ως επέκταση της αναγνώρισης ή της πλήρους προσάρτησης. Οι ρωσικές δυνάμεις θα μπορούσαν έτσι να καταλάβουν τη Μαριούπολη, το σημαντικό λιμάνι της Ουκρανίας στην Αζοφική Θάλασσα καθώς και το Χάρκοβο, μεγάλη πόλη με συμβολική σημασία ως πρωτεύουσα της σοβιετικής Ουκρανίας κατά τον Μεσοπόλεμο.
Το Κρεμλίνο θα μπορούσε επίσης να επιχειρήσει μια πιο φιλόδοξη, διευρυμένη εκδοχή αυτής της επίθεσης πραγματοποιώντας μια “κίνηση λαβίδας” από τα ανατολικά και τα νότια με χερσαίες δυνάμεις, ναυτικό και αεροπορία. Από τον Νότο θα δημιουργούσε μια «χερσαία γέφυρα» που θα συνδέει την Κριμαία με την ηπειρωτική Ρωσία και με μια αμφίβια επιχείρηση θα καταλάμβανε την Οδησσό, το σημαντικότερο ουκρανικό λιμάνι. Στη συνέχεια θα προωθούσε στην ουκρανική ενδοχώρα τις ρωσικές δυνάμεις που βρίσκονται ήδη στην Υπερδνειστερία, την αποσχισθείσα περιοχή της Μολδαβίας.
Μια τέτοια κίνηση θα στερούσε την Ουκρανία από ζωτικής σημασίας οικονομικούς κόμβους κατά μήκος των ακτών της στη Μαύρη Θάλασσα αποκλείοντας οποιαδήποτε θαλάσσια πρόσβαση. Ωστόσο θα ήταν μια τεράστια επιχείρηση που θα απαιτούσε όλες τις δυνάμεις που έχει συγκεντρώσει η Ρωσία στην Κριμαία και κατά μήκος των ανατολικών και βόρειων ρωσο-ουκρανικών συνόρων.
Παράλληλα θα ενέπλεκε τη Μόσχα σε μια ιδιαίτερα απαιτητική από πλευράς πόρων προσπάθεια να καταλάβει και να ελέγξει αμφισβητούμενα εδάφη εκθέτοντας πιθανόν τις δυνάμεις της σε ανορθόδοξο πόλεμο. Εν κατακλείδι, κατάληψη και κατοχή εδαφών θα αποδυνάμωνε την Ουκρανία, αλλά δεν θα “εξαέρωνε” την κρατική υπόστασή της.
Ως εκ τούτου, το τρίτο και πιο πιθανό σενάριο, σύμφωνα με τους δύο αναλυτές, είναι μια πλήρους κλίμακας ρωσική επίθεση με χρήση χερσαίων, αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων σε όλους τους άξονες επίθεσης. Υπ’ αυτή την εκδοχή, η Ρωσία επιτυγχάνει αεροπορική και ναυτική υπεροχή το συντομότερο δυνατό. Μερικές ρωσικές χερσαίες δυνάμεις θα προελάσουν προς το Χάρκοβο και το Σούμι στα βορειοανατολικά και άλλες, που έχουν τώρα τις βάσεις τους στην Κριμαία και το Ντονμπάς, θα προωθηθούν στην ουκρανική ενδοχώρα απ’ τα νότια και τα ανατολικά αντίστοιχα.
Στο μεταξύ, οι ρωσικές δυνάμεις στη Λευκορωσία θα κινούνταν άμεσα προς το Κίεβο καθηλώνοντας τον ουκρανικό στρατό, που διαφορετικά θα έσπευδε να ενισχύσει την άμυνά του στα ανατολικά και τα νότια. Αυτές οι δυνάμεις θα μπορούσαν να προχωρήσουν κατευθείαν προς την πρωτεύουσα για να επιταχύνουν τη συνθηκολόγηση της ουκρανικής κυβέρνησης.
Μια μακροχρόνια στρατιωτική κατοχή θα ήταν απίθανη υπ’ αυτό το σενάριο. Η κατάληψη πόλεων θα συνεπαγόταν πόλεμο εντός αστικού περιβάλλοντος και πρόσθετες απώλειες που πιθανότατα ο ρωσικός στρατός θέλει να αποφύγει. Οι ρωσικές δυνάμεις είναι πιο πιθανό να καταλάβουν και να κρατήσουν εδάφη για να δημιουργήσουν και να προστατεύσουν γραμμές ανεφοδιασμού και στη συνέχεια να αποσυρθούν αφού επιτύχουν μια ευνοϊκή διπλωματική διευθέτηση ή να προκαλέσουν επαρκή ζημιά. Η Ουκρανία και η Δύση θα έμεναν στη συνέχεια να μαζεύουν τα κομμάτια τους...
...και ο άγνωστος “x”
Ανεξάρτητα από το αν ο Πούτιν θα επιλέξει εν τέλει μια πιο περιορισμένη εισβολή ή μια ευρύτερη επίθεση, οι συνέπειες που θα αντιμετωπίσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους και εταίρους τους θα πρέπει να θεωρούνται άνευ προηγουμένου. Έχει άλλωστε προειδοποιήσει επανειλημμένα γι’ αυτό η κυβέρνηση Μπάιντεν. Όμως, κάπου εδώ βρίσκεται ο άγνωστος “x”...
Δεν είναι λίγοι αυτοί που αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα των όποιων κυρώσεων. Διότι με συναλλαγματικά αποθέματα 630 δισεκατομμυρίων δολαρίων, “ιθαγενοποίηση” κρίσιμων βιομηχανιών, πρόσβαση σε μια ευνοϊκή ενεργειακή αγορά και εναλλακτικές στο μπλοκάρισμα του SWIFT, του παγκόσμιου συστήματος διατραπεζικών συναλλαγών, παρακάμπτοντάς το με τη βοήθεια του εγχώριου ρωσικού συστήματος ή μέσω του κινεζικού συστήματος διασυνοριακών συναλλαγών, η Ρωσία είναι ικανή ν’ αντέξει την καταιγίδα.
Είναι δεδομένο λοιπόν ότι χωρίς διατλαντική ενότητα, και κυρίως δίχως τη συνεργασία της Ε.Ε., οι κυρώσεις θα είναι πολύ λιγότερο ουσιαστικές και αποτελεσματικές -και ως γνωστόν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον είναι επιφυλακτικοί μπροστά στο ενδεχόμενο να πληγούν οι δικές τους οικονομίες.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Μπάιντεν περί δήθεν αρραγούς μετώπου ίσως δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον αγωνίζεται να δώσει μια ενιαία απάντηση στη ρωσική κλιμάκωση, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κυβερνοεπιθέσεων, μη στρατιωτικών ή παραστρατιωτικών ενεργειών.
Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει ήδη “υπονομεύσει” την εικόνα ενός ενιαίου μετώπου καλώντας την Ε.Ε. να διεξαγάγει τον δικό της διάλογο με τη Ρωσία. Την ίδια ώρα η Γερμανία αρνήθηκε να εξαγάγει όπλα στην Ουκρανία και δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμα τη στάση της όσον αφορά το τι θα κάνει με τον Nord Stream 2, αν δηλαδή θα καθυστερήσει ή θα ακυρώσει τη λειτουργία του.
Κατά τον Guardian, καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την ελαχιστοποίηση των διαφορών εντός της Συμμαχίας, μεταξύ άλλων και με τα τηλεφωνήματα που έκανε ο Μπάιντεν την περασμένη Δευτέρα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά μπορεί τελικά να είναι αδύνατον να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.
Πρόκειται για διαφορετική οπτική, που αντανακλά όχι μόνο διαφορετικές βραχυπρόθεσμες εκτιμήσεις σχετικά με την ουσία της κρίσης, αλλά και μια βαθιά ρωγμή που ανάγεται πολλές δεκαετίες πίσω σε σχέση μ’ αυτό που η Γερμανία και η Γαλλία, σε αντίθεση με την αγγλόσφαιρα, θεωρούν ως καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης της Ρωσίας.
Είναι αυτονόητο πως ο τρόπος αυτός δεν αγνοεί τα πολύ ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύονται κάθε φορά που διαφαίνεται ρήξη στον ορίζοντα μεταξύ Δύσης και Ανατολής.