Την ώρα που, μετά τις ανθρώπινες απώλειες, τον φόβο και την αβεβαιότητα, το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής για τις συνέπειες της πανδημίας είναι στραμμένο στην οικονομική δυσπραγία και την εργασιακή ανασφάλεια, φαίνεται πως οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην κοινωνία, τη συνοχή, τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη έχουν υποτιμηθεί και σε μεγάλο βαθμό παραβλεφθεί.
Ενώ η πανδημία και η έξαρση της Όμικρον συνεχίζουν να απειλούν τον κόσμο, με τις υγειονομικές αρχές να καταγράφουν ημέρα με την ημέρα ρεκόρ νέων κρουσμάτων σχεδόν παντού, το πρόβλημα μόλις έχει αρχίσει να γίνεται ορατό.
Σε χώρες όπως η Γερμανία, που φαίνεται να έχουν πληγεί ιδιαίτερα από τη δραματική επιδείνωση του κοινωνικού κατακερματισμού και της ιδεολογικής περιχαράκωσης εξαιτίας της πανδημίας, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν το διάχυτο συναίσθημα της απογοήτευσης. Η πιο αποκαρδιωτική διαπίστωση των μετρήσεων αυτών είναι η γενικότερη αίσθηση ότι η κοινωνία έχει γίνει χειρότερη τα τελευταία δύο χρόνια αφότου εμφανίστηκε ο Covid-19.
Το μίσος και η βία έχουν αυξηθεί, οικονομικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες έχουν βρει πολιτικό καταφύγιο στις “μακιγιαριασμένες” αφηγήσεις της Ακροδεξιάς περί καταπάτησης δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η πανδημία έχει αναδείξει την άρνηση, την αντιεπιστημονική υστερία, τις θεωρίες συνωμοσίας σε όχημα πολιτικοποίησης.
Ως εκ τούτου, η σχετική έρευνα του δημοσκοπικού ινστιτούτου Allensbach καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κοινωνικές συνέπειες της πανδημίας είναι βαρύτερες από τις οικονομικές.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματά των μετρήσεων, το 82% των Γερμανών θεωρεί ότι η κοινωνία έχει αλλάξει προς το χειρότερο τα τελευταία δύο χρόνια. Το 73% εκφράζει αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια της πανδημίας και το 68% προτάσσει ως βαρύτερη συνέπεια τον περιορισμό των επαφών με συγγενείς και φίλους.
Το 80% των γονέων με παιδιά κάτω των 18 ετών δηλώνει ότι τα παιδιά «πλήττονται ιδιαίτερα» από τον περιορισμό των κοινωνικών επαφών, το 31% αναφέρει μάλιστα ότι τα παιδιά «υποφέρουν». Γενικότερα, οι άνθρωποι κάτω των 30 ετών αισθάνονται εντονότερα και συχνότερα μοναξιά. Είναι ενδεικτικό ότι το ποσοστό εκείνων που εστιάζουν στο πρόβλημα της μοναξιάς και της κοινωνικής αποξένωσης ως το σημαντικότερο των συνεπειών της πανδημίας έχει αυξηθεί από το 21% στο 36% για τον γενικό πληθυσμό και από 16% σε 41% για τους ανθρώπους έως 30 ετών.
Η εμπιστοσύνη στη διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση φαίνεται επίσης να έχει υποχωρήσει σημαντικά. Το 44% εκτιμά ότι η Γερμανία αντιμετώπισε σε γενικές γραμμές καλά την υγειονομική κρίση του Covid-19, όμως το 48% διαφωνεί. Τον πρώτο χρόνο της πανδημίας το ισοζύγιο αυτό ήταν ξεκάθαρα θετικό.
Διαφορετικά γίνεται επίσης αντιληπτή η κάλυψη των θεμάτων της πανδημίας από τα ΜΜΕ σε σύγκριση με την αίσθηση που υπήρχε πριν από ένα ή δύο χρόνια. Στην πρώτη φάση η κάλυψη του θέματος έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στον προσανατολισμό του κοινού και μάλιστα αξιολογείτο θετικά από το 47% των ερωτηθέντων που θεωρούσε ότι τα σχετικά ρεπορτάζ ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και μόνο το 23% ήγειρε ζήτημα “πρόκλησης πανικού”.
Όμως τώρα αυτή η εικόνα έχει σχεδόν ανατραπεί. Το 46% εκτιμά ότι ο τρόπος κάλυψης της πανδημίας από τα ΜΜΕ προκαλεί πανικό και μόνο το 28% θεωρεί ότι προσεγγίζει την πραγματικότητα.
Στο οικονομικό πεδίο η συντριπτική πλειονότητα των ερωτηθέντων αναφέρει ότι πέρασε τη διετή κρίση «καλά» και ότι θεωρεί τη θέση εργασίας του εξασφαλισμένη. Μόνο το 15% ανησυχεί για την απασχόλησή του, σχεδόν όπως και πριν από την πανδημία. Επιπλέον, μόνο το 7% θεωρεί ότι η οικονομική κατάσταση του έχει επιδεινωθεί ως συνέπεια της κατάστασης και το 24% αναφέρει “περιορισμένες απώλειες”.
Βέβαια, μπορεί η Γερμανία να μην χαλάρωσε ακόμη τα περιοριστικά μέτρα και η κυβέρνησή της να εξετάζει την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, ωστόσο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες η εσπευσμένη άρση των μέτρων έχει αρχίσει να προβληματίζει σοβαρά ειδικούς και πολίτες, πόσο μάλλον όταν η πανδημία κάθε άλλο παρά δείχνει σημάδια ύφεσης.
Μετά την Αγγλία, και η Δανία ήρε στις αρχές της εβδομάδας το μεγαλύτερο μέρος των περιορισμών, όπως το υγειονομικό πιστοποιητικό και την υποχρεωτική χρήση μάσκας, με τις υγειονομικές αρχές της χώρας να εκτιμούν ότι η παραλλαγή Όμικρον, πολύ πιο μεταδοτική από τις προηγούμενες, αποτελεί “περιορισμένη απειλή” για τη δημόσια υγεία.
Η τάση άρσης των μέτρων έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχύουν σε χώρες όπως η Γαλλία, όπου, παρά μία περιορισμένης έκτασης χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων την επόμενη εβδομάδα, δεν προβλέπεται κατάργηση του πιστοποιητικού εμβολιασμού ή της χρήσης μάσκας.
Πάντως αυτή την στιγμή, ακόμη και λιγότερο επικίνδυνη όσον αφορά στο ενδεχόμενο σοβαρής νόσησης, η Όμικρον συνεχίζει να επιβαρύνει τα συστήματα υγείας. Ο αριθμός των θανάτων που συνδέονται με την Covid-19 αυξάνεται στη Δανία, ενώ ο σχετικός δείκτης στην Αγγλία έχει επιπεδωθεί, αφού σταμάτησε την πτωτική του πορεία. Οι πλέον απαισιόδοξοι μεταξύ των ειδικών ανησυχούν για τις επιπτώσεις της υποπαραλλαγής BA.2, η οποία εμφανίζεται ακόμη πιο μεταδοτική.