Εν μέσω αυξανόμενων ενδείξεων ότι η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται, ο επικεφαλής της Fed, της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας Τζέρομ Πάουελ ανακοίνωσε χθες μείωση των επιτοκίων κατά 0,25%, την πρώτη εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Πρόκειται για μια δραματική στροφή 180 μοιρών στην πολιτική της Fed, ύστερα από τέσσερις αυξήσεις στο διάστημα μετά το κραχ του 2008, υπό την επίκληση της ανάκαμψης της αμερικανικής οικονομίας. Η μείωση αποδίδεται στην επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης λόγω των εντάσεων που σε μεγάλο βαθμό πυροδοτεί η προστατευτική πολιτική του Τραμπ και οι αντιπαραθέσεις του με την Κίνα για το παγκόσμιο εμπόριο.
Ανάλογη ανησυχητική εικόνα διαμορφώνεται όμως και στην Ευρώπη. Η μεταποιητική δραστηριότητα στον χώρο της Ευρωζώνης συρρικνώθηκε τον Ιούλιο, με τον ταχύτερο ρυθμό που έχει καταγραφεί από το 2012 κι έπειτα, εξαιτίας της μείωσης της ζήτησης, με τον δείκτη υπευθύνων προμηθειών (PMI) της Markit να διαμορφώνεται στις 46,5 μονάδες. Είναι ο έκτος συνεχόμενος μήνας που ο δείκτης αυτός κινείται κάτω από το επίπεδο των 50 μονάδων, το όριο δηλαδή μεταξύ ανάπτυξης και συρρίκνωσης. Ο δείκτης παραγωγής υποχώρησε επίσης σε χαμηλό έξι και πλέον ετών, στις 46,9 από τις 48,5 μονάδες, ενώ ο δείκτης μελλοντικής παραγωγής -ένδειξη για τον βαθμό αισιοδοξίας- βυθίστηκε στις 52,6 από τις 56,6 μονάδες, στο χαμηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2012. Οι νέες παραγγελίες μειώθηκαν κι αυτές για δέκατο μήνα και τα εργοστάσια περιόρισαν το προσωπικό τους για τρίτο συνεχόμενο μήνα.
Κακοί οιωνοί
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον κακών οιωνών η Βρετανία ετοιμάζεται για το Brexit, και μάλιστα χωρίς συμφωνία, κάτι που αναγκάζει τους ιθύνοντες της νέας σκληροπυρηνικής συντηρητικής κυβέρνησης του Μπόρις Τζόνσον να καταφεύγουν στην ανέξοδη πρακτική των κηρυγμάτων αυτοπεποίθησης και των ενέσεων αισιοδοξίας, παρότι μάλιστα η Τράπεζα της Αγγλίας σήμανε ήδη συναγερμό, ενώ η λίρα έχει πάρει για τα καλά την κάτω βόλτα.
Ο νέος υπουργός Οικονομικών Σατζίντ Τζαβίντ προσπάθησε χθες να διασκεδάσει τις ανησυχίες της κοινής γνώμης για πιθανές "ανεξέλεγκτες καταστάσεις" που θα επακολουθήσουν ενός άτακτου Brexit διαβεβαιώνοντας πως η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ισχυρή για να αντιμετωπίσει μια τέτοια εξέλιξη. «Η οικονομία μας είναι θεμελιωδώς ισχυρή, άρα σήμερα μπορούμε να κάνουμε πολλές επιλογές», διαβεβαίωσε. «Μπορούμε να επιλέξουμε να επενδύσουμε σε σχολεία, στα νοσοκομεία μας, στην εξαιρετική μας αστυνομία, για παράδειγμα, αλλά μπορούμε επίσης να προετοιμαστούμε για να αποχωρήσουμε από την Ε.Ε. κι εάν αυτό σημαίνει αποχώρηση χωρίς συμφωνία, τότε αυτό είναι ακριβώς που θα κάνουμε», συμπλήρωσε.
«Έχουμε ξεκαθαρίσει ότι θέλουμε μια συμφωνία, αλλά πρέπει να είναι μια διαφορετική συμφωνία, μια συμφωνία που να καταργεί αυτό το αντιδημοκρατικό backstop, και εάν δεν μπορούμε να το καταργήσουμε, τότε θα πρέπει να φύγουμε χωρίς συμφωνία και είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε αυτό», τόνισε ο κορυφαίος υπουργός του Τζόνσον.
Βέβαια, οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και η Τράπεζα της Αγγλίας λαμβάνει αυτούς υπ’ όψιν για τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις της, όχι τις καθησυχαστικές δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών. Έτσι λοιπόν, η βρετανική κεντρική τράπεζα αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας εφέτος και του χρόνου, λόγω του Brexit φυσικά, αλλά και του κακού κλίματος στην παγκόσμια οικονομία.
Με τον νέο πρωθυπουργό να έχει δεσμευτεί ότι θα οδηγήσει τη Βρετανία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 31 Οκτωβρίου, "χωρίς εάν και όμως" -ανεξάρτητα από το εάν θα καταφέρει να εξασφαλίσει μια νέα συμφωνία αποχώρησης-, οι αγορές βλέπουν αυξημένη πιθανότητα για ένα άτακτο Brexit. Η Τράπεζα της Αγγλίας ανακοίνωσε ότι αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει σε σημαντική υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της στερλίνας, η οποία κινείται πλέον σε χαμηλό τριών ετών έναντι των άλλων σημαντικών νομισμάτων. Χθες και μετά τη μείωση των επιτοκίων από τη Fed, βυθίστηκε στο επίπεδο του 1,2101 έναντι του δολαρίου στις αγορές της Ασίας, το χαμηλότερο από τον Ιανουάριο του 2017.
Βάσει των προβλέψεων της Τράπεζας της Αγγλίας, ο ρυθμός ανάπτυξης της βρετανικής οικονομίας εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 1,3% το 2019 και το 2020, από 1,5% και 1,6% αντίστοιχα βάσει των προηγούμενων προβλέψεων του Μαΐου. Οι ρυθμοί αυτοί την φέρνουν πλέον στο ίδιο περίπου επίπεδο με την Ευρωζώνη, έναντι της οποίας η Βρετανία συνήθιζε να υπεραποδίδει πριν από το δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016 για την αποχώρηση από την Ε.Ε.