Οι περισσότερες αναλύσεις για το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία στέκονται στην κατάρρευση του δικομματισμού, στον λαϊκισμό και στους υποτιθέμενους εκφραστές του και φυσικά στον κίνδυνο της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς που εκφράζει η Μαρίν Λεπέν.
Ωστόσο, μια άλλη παράμετρος περνά σχεδόν απαρατήρητη. Έξι μόλις μήνες μετά την εμφάνιση του “φαινομένου Τραμπ”, κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα και στη Γαλλία, χωρίς κανείς να μιλά γι' αυτό. Αντιθέτως, τη διεθνή αναστάτωση που προκάλεσε η έκβαση των αμερικανικών εκλογών διαδέχεται τώρα ένα είδος ανακούφισης για το γεγονός ότι ένας “μετριοπαθής” πολιτικός θα φράξει τελικά τον δρόμο στη Λεπέν.
Η επικεφαλής της γαλλικής Ακροδεξιάς έχει οπωσδήποτε πολλά κοινά σημεία με τον Αμερικανό πρόεδρο, με βασικότερα ανάμεσά τους τη δαιμονοποίηση της παγκοσμιοποίησης και των μεταναστών, με την παράλληλη επίκληση ενός ένδοξου παρελθόντος στο οποίο οι δύο χώρες μεσουρανούσαν απαλλαγμένες από διεθνείς καταναγκασμούς.
Υπάρχουν όμως ομοιότητες και μεταξύ Τραμπ και Μακρόν; Αναμφίβολα. Και είναι αρκετές. Πρώτα απ' όλα, αμφότεροι διεκδίκησαν το ανώτατο αξίωμα της χώρας τους χωρίς στο παρελθόν να έχουν εκλεγεί σε δημόσια θέση. Ο Μακρόν μπορεί να διετέλεσε για δύο χρόνια υπουργός Οικονομίας, αλλά διορίστηκε εκεί ως τεχνοκράτης, χωρίς προηγουμένως να έχει εκλεγεί βουλευτής.
Δεύτερο και κυριότερο, οι δύο υποψήφιοι έδωσαν -και δίνουν- την προεκλογική μάχη χωρίς να στηριχθούν από κάποιον κομματικό μηχανισμό. Ο Τραμπ τα έβαλε με τους “βαρώνους” των Ρεπουμπλικανών και τελικά υπερίσχυσε κάνοντας “σημαία” το ότι δεν ήταν πολιτικός, αλλά επιχειρηματίας. Στη συνέχεια, διεκδίκησε την αμερικανική προεδρία σχεδόν ως ανεξάρτητος, στηριζόμενος στους Ρεπουμπλικανούς μόνο όταν το είχε πραγματικά ανάγκη.
Και ο Μακρόν; Το πέρασμά του από το Σοσιαλιστικό Κόμμα αποδείχτηκε εξαιρετικά βραχύβιο. Ήταν σαν να βρέθηκε εκεί μόνο για να κολλήσει τα απαραίτητα “ένσημα” του πολιτικού, γνωρίζοντας μάλλον ότι δεν μπορούσε να κατέβει στις εκλογές μόνο με την ιδιότητα του τραπεζίτη.
Το έκανε τελικά ως υποψήφιος του κεντρώου κόμματος Εμπρός. Το Εμπρός χαρακτηρίζεται “κίνημα”, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο να συγκροτείται κάτι ανάλογο γύρω από την ανάγκη μείωσης της φορολογίας των επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, ένα κόμμα θα ακουγόταν παρωχημένο και εκτός, των άλλων, θα περιόριζε τον τεχνοκράτη τραπεζίτη με τις ενοχλητικές συλλογικές διαδικασίες του.
Τι όμως πρεσβεύει πολιτικά το Εμπρός; Πάνω - κάτω ό,τι και ο ίδιος ο Μακρόν, που δηλώνει ότι δεν είναι “ούτε αριστερός, ούτε δεξιός”. Στο παρελθόν έχει δηλώσει απλώς “φιλελεύθερος” και έχει εκμυστηρευτεί σε συνεντεύξεις ("Le Mοnde", Αύγουστος 2016) ότι η εντιμότητα τον υποχρεώνει να παραδεχτεί ότι δεν είναι σοσιαλιστής και ότι διετέλεσε υπουργός μιας “αριστερής κυβέρνησης” μόνο και μόνο επειδή ήθελε να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον.
Μάλιστα. Και όλα αυτά μας φέρνουν στο επόμενο κοινό σημείο με τον Τραμπ. Τον ισχυρισμό ότι αποτελούν κάτι καινούργιο, που υπερβαίνει την παραδοσιακή διάκριση Δεξιάς - Αριστεράς. Αντίπαλός τους είναι ένα “σύστημα” στο οποίο επιτίθενται αποφεύγοντας να το κατονομάσουν ή να το προσδιορίσουν. Για τον Τραμπ είναι ο “βάλτος της Ουάσιγκτον” και το πολιτικό κατεστημένο. Για τον Μακρόν είναι οι “αγκυλώσεις” του παρελθόντος, όλα αυτά που σήμερα “μπλοκάρουν” τη Γαλλία. Κάτι σαν τα εργασιακά δικαιώματα που σάρωσε ο Νόμος Ελ Κομρί, του οποίου αποτελεί έναν από τους βασικότερους υποστηρικτές.
Ένα από τα ευτράπελα της γαλλικής προεκλογικής εκστρατείας είναι ότι οι επιθέσεις του Μακρόν κατά του “συστήματος” προκάλεσαν αρχικά την καταδίκη των σοσιαλιστών. Να “μην υποκύψει στις σειρήνες του λαϊκισμού” τον καλούσε τον Αύγουστο ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς, μερικούς μήνες δηλαδή προτού στηρίξει και ο ίδιος την υποψηφιότητά του υποκύπτοντας σε άλλες σειρήνες.
Εκτός από το βολικά απροσδιόριστο σύστημα που επικαλούνται Τραμπ και Μακρόν, υπάρχει, όμως, και το πολύ απτό σύστημα που αμφότεροι εκπροσωπούν. Είναι ο καπιταλισμός, ανόητε... Και κάπως έτσι ένας Νεοϋορκέζος μεγιστάνας των ακινήτων και ένας τραπεζίτης της Ρόθτσιλντ ποζάρουν χαμογελαστοί ως εκφραστές του καινούργιου, υπονομεύοντας τελικά τη δημοκρατία για χάρη της αριστοκρατίας του χρήματος.