Μια "αμέλεια" που κόστισε στο γαλλικό Δημόσιο περισσότερα από 400 εκατομμύρια ευρώ, ποσό ανάλογο των δανειακών δόσεων που χορηγεί υπό δρακόντειους όρους το ΔΝΤ, ενδέχεται να προκαλέσει την καταδίκη της διευθύντριας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού οργανισμού Κριστίν Λαγκάρντ σε φυλάκιση ενός έτους και καταβολή προστίμου 15.000 ευρώ.
Προσερχόμενη στο δικαστήριο κατά την πρώτη μέρα της πολύκροτης δίκης που αναμένεται να ολοκληρωθεί την ερχόμενη εβδομάδα, η Λαγκάρντ επανέλαβε χθες ότι δεν θεωρεί πως έχει κάνει κάτι επιλήψιμο. "Η αμέλεια είναι ένα παράπτωμα που διαπράττεται χωρίς πρόθεση. Νομίζω ότι όλοι μας είμαστε λίγο αμελείς κάποιες φορές στη ζωή μας. Έκανα τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορούσα, εντός των ορίων όσων γνώριζα" δήλωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο France 2.
Η υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, κατά το διάστημα 2007-2011, κατηγορείται ότι ζημίωσε το γαλλικό Δημόσιο κατά περίπου 400 εκατομμύρια ευρώ με τους χειρισμούς της που οδήγησαν στη χορήγηση του ποσού στον επιχειρηματία Μπερνάρ Ταπί, προσωπικό φίλο του τότε προέδρου της χώρας Νικολά Σαρκοζί.
Ο πρώην ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας Μαρσέιγ είχε εμπλακεί σε πολύχρονη δικαστική διαμάχη με την Crédit Lyonnais, η οποία βρισκόταν ακόμη τότε υπό δημόσιο έλεγχο, ισχυριζόμενος ότι η τράπεζα υποκοστολόγησε σκόπιμα το μερίδιο μετοχών του στην εταιρεία Adidas, στην οποία συμμετείχε επίσης και το γαλλικό Δημόσιο.
Αντί να απευθυνθεί στη γαλλική Δικαιοσύνη, η Λαγκάρντ παρέπεμψε την υπόθεση σε ιδιωτική διαιτησία, μια κίνηση που κατέληξε στη χορήγηση 404 εκατομμυρίων ευρώ στον Ταπί. Η κίνηση προκάλεσε τότε έντονη κοινωνική και πολιτική κατακραυγή, ενώ, βάσει των δικαστικών ερευνών που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα, υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι αποτελούσε το αντάλλαγμα για την υποστήριξη του Γάλλου επιχειρηματία στην προεκλογική καμπάνια του Σαρκοζί το 2007.
Η διαμάχη του Ταπί με το γαλλικό Δημόσιο συνεχίζεται καθώς η Δικαιοσύνη έχει διατάξει την επιστροφή του ποσού ενώ ο επιχειρηματίας έχει προσφύγει σε εφετείο κατά της απόφασης. Η Κριστίν Λαγκάρντ δικάζεται από έκτακτο δικαστήριο, το Δικαστήριο της Δημοκρατίας (CJR), το οποίο δημιουργήθηκε ειδικά για να κρίνει υπουργούς και πρώην υπουργούς για ενέργειές τους κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους.
Από τη σύστασή του το 1993 το CJR έχει καταδικάσει τρία μέλη κυβερνήσεων. Τελευταίος ανάμεσα τους ήταν, την προηγούμενη εβδομάδα, ο πρώην υπουργός Προϋπολογισμού της κυβέρνησης Ολάντ, Ζερόμ Καϊζάκ, ο οποίος καταδικάστηκε για δημοσιονομική απάτη και ξέπλυμα χρήματος.