Επί χρόνια θεωρούνταν αστικός μύθος, αλλά κάποια στιγμή εμμέσως επιβεβαιώθηκε από τον πρωταγωνιστή του. Στη δεκαετία του 1980 ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, τότε βουλευτής των πίσω εδράνων των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), βρέθηκε ένα βράδυ έξω από την καγκελαρία στη Βόννη και έπιασε να τραντάζει τα κάγκελα λέγοντας “Θέλω να μπω εδώ”. Ο Σρέντερ δεν έκρυψε ποτέ τη φιλοδοξία του να γίνει καγκελάριος, έστησε τις σωστές συμμαχίες -με τον άσπονδο εσωκομματικό του φίλο Όσκαρ Λαφοντέν- για να πάρει το χρίσμα του κόμματός του, και τελικά κατάφερε το 1998 να αποκαθηλώσει τον “αιώνιο” Χέλμουτ Κολ με τη στήριξη των Πράσινων. Αυτό το ήξεραν σχεδόν από τις αρχές του 1997, ενάμιση χρόνο πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές, όπως ήξεραν και ότι ο Κολ δεν ήταν με τίποτε διατεθειμένος να επιτρέψει σε κάποιον νεότερο από τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) να δοκιμάσει την τύχη του ενάντια στον Σρέντερ.
Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, ωστόσο, τίποτε δεν είναι τόσο ξεκάθαρο στην προεκλογική Γερμανία. Αντιθέτως, όποιος παρακολουθεί τον δισταγμό των μεγάλων (;) κομμάτων να ανοίξουν τα χαρτιά τους μένει με την εντύπωση ότι κανείς δεν θέλει να γίνει καγκελάριος το 2017. Τουλάχιστον όχι με τη ζέση ενός Σρέντερ ή ενός Κολ. Λες και το αξίωμα να έχει χάσει την αίγλη του ή -ορθότερα- λες και κανείς να μην είναι πια τόσο ενθουσιώδης να δώσει τη μάχη όχι μόνο για να νικήσει αλλά και για να κυβερνήσει τη χώρα που διεκδικεί να είναι η ισχυρότερη στην Ευρώπη. Αυτή η έλλειψη ενθουσιασμού είναι κυρίως θέμα τακτικής, καθώς κανείς δεν βιάζεται να εκτεθεί, περιμένοντας να λυθούν ως διά μαγείας μια σειρά από ζητήματα που βασανίζουν τα δύο κόμματα.
Το αίνιγμα Μέρκελ...
Στο στρατόπεδο των Χριστιανοδημοκρατών αυτονόητα θα είναι υποψήφια για την καγκελαρία η Άνγκελα Μέρκελ εφόσον το θελήσει. Αλλά αργεί να το ξεκαθαρίσει. Τρία χρόνια νωρίτερα, όταν η Μέρκελ κέρδιζε για τρίτη φορά τις εκλογές, έμοιαζε περίπου βέβαιο ότι δεν θα πάει για τέταρτη φορά στην κάλπη. Μάλιστα, υπήρχε μια ολόκληρη φιλολογία τόσο για την πεποίθηση της Μέρκελ ότι “οι πολιτικοί πρέπει να αποσύρονται εγκαίρως από την πρώτη γραμμή”, όσο και για το σε ποιον ή ποια θα έδινε το δαχτυλίδι της διαδοχής. Άλλοι στοιχημάτιζαν ότι θα τη διαδεχθεί η υπουργός Άμυνας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν -η οποία όμως δεν έχει λαμπρό έργο να επιδείξει στο υπουργείο της-, άλλοι πόνταραν στη Γιούλια Κλέκνερ -η οποία όμως έχασε φέτος τις εκλογές στο κρατίδιό της-, άλλοι θεωρούσαν φαβορί τον υπουργό Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζιέρ - ο οποίος δεν κατάφερε ποτέ να γίνει δημοφιλής. Ωστόσο, τα υψηλά ποσοστά της CDU στις δημοσκοπήσεις επέτρεπαν στο κόμμα να δοκιμάσει την τύχη του με ένα λιγότερο λαμπερό στέλεχος. Αλλά με την έλευση σχεδόν ενός εκατομμυρίου προσφύγων στη Γερμανία και την εκτόξευση στο πολιτικό στερέωμα των ξενοφοβικών της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), αφενός τα ονειρεμένα ποσοστά της CDU έπεσαν, αφετέρου διχάστηκε βαθιά η συντηρητική παράταξη, με τους «αδελφούς» Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) της Βαυαρίας να αμφισβητούν ευθέως την πολιτική της Μέρκελ.
...και ο “έφεδρος” Σόιμπλε
Οπότε αίφνης έπεσε στη δημόσια συζήτηση το όνομα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, της «αιώνιας εφεδρείας» της γερμανικής Δεξιάς. Ο γηραιός πλην χαλκέντερος υπουργός Οικονομικών φάνηκε να κολακεύεται με τη σχετική φημολογία και απέφυγε να τη διαψεύσει, ειδικά όταν η CSU φλέρταρε με την ιδέα να κατεβάσει για πρώτη φορά άλλον υποψήφιο καγκελάριο από τη μεγάλη αδελφή CDU. Αυτό το έργο κράτησε λίγες εβδομάδες, με τη Μέρκελ να διολισθαίνει προς τα δεξιότερα αλλά και να σιωπά. Και φαίνεται να τελείωσε τις τελευταίες μέρες, με πολλά επιφανή στελέχη της CSU να καλούν το κόμμα τους να στηρίξει την καγκελάριο, η οποία στο μεταξύ άρχισε να ανακτά ένα μέρος από τη χαμένη δημοτικότητά της. Πλην όμως, η «μητερούλα» εξακολουθεί να σιωπά και να κρατά σε αγωνία τους συνοδοιπόρους της, περιμένοντας ενδεχομένως την ηγεσία της CSU να σηκώσει λευκή σημαία μέχρι το τακτικό συνέδριο του δικού της κόμματος στις αρχές Δεκεμβρίου.
Τα διλήμματα του SPD
Στο στρατόπεδο των Σοσιαλδημοκρατών η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη, καθώς τα διλήμματα είναι πέραν του ενός. Το SPD δεν αγωνιά μόνο για το ποιον θα κατεβάσει υποψήφιο καγκελάριο, αλλά και για το τι είδους κυβερνητική συμμαχία θα επιδιώξει. Συμβιβασμένο με την ιδέα ότι δεν πρόκειται να εκλεγεί πρώτο κόμμα -εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια οι δημοσκοπήσεις του δίνουν κάτι μεταξύ 20% και 25%-, αντιλαμβάνεται ότι πληρώνει πολύ πιο ακριβά από τη CDU τη «σούπα» του μεγάλου συνασπισμού και για πρώτη φορά συζητά ανοιχτά το ενδεχόμενο να επιδιώξει μια αριστερόστροφη κυβερνητική συμμαχία με την Αριστερά και τους Πράσινους.
Την ίδια ώρα πυκνώνουν οι διεργασίες για την ανάδειξη του υποψηφίου. Πρώτος έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει το χρίσμα ο πρόεδρος του κόμματος και νυν αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομίας Ζίγκμαρ Γκάμπριελ. Αλλά διστάζει. Αφενός διότι η δημοτικότητά του είναι περιορισμένη, αφετέρου επειδή δεν θεωρεί αυτονόητο να είναι ο πρόεδρος και υποψήφιος. Την προηγούμενη φορά είχε αφήσει το προβάδισμα στον Πέερ Στάινμπρικ, ο οποίος όμως έχασε κατά κράτος απέναντι στην τότε παντοδύναμη Μέρκελ. Ωστόσο, ο Γκάμπριελ έδωσε ήδη το μήνυμα πως υπάρχει εναλλακτική στον μεγάλο συνασπισμό, πηγαίνοντας στην πρώτη -τουλάχιστον μη κρυφή- συνάντηση με μεγαλοστελέχη της Αριστεράς και των Πρασίνων. Και φαίνεται ότι προετοιμάζει το έδαφος προς αυτή την κατεύθυνση, διότι πρότεινε -ανεπισήμως, πλην όμως δημόσια- τον Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο νυν υπουργός Εξωτερικών είναι ο πιο δημοφιλής Σοσιαλδημοκράτης πολιτικός, αλλά σε μια «κόκκινο-κόκκινο-πράσινη» κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να συνεχίσει σ’ αυτό το χαρτοφυλάκιο, καθώς η εξωτερική πολιτική είναι το μεγαλύτερο «αγκάθι» για τον σχηματισμό της.
Βέβαια η πρόταση του Γκάμπριελ δεν είναι απαραίτητο ότι θα προχωρήσει, καθώς ήδη στελέχη του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού (κυρίως από τη CSU, αλλά και από τη CDU) δεν θέλουν έναν Σοσιαλδημοκράτη πρόεδρο - και θα προτιμούσαν μια ανένταχτη προσωπικότητα, κατά προτίμηση συντηρητική. Πλην όμως, τόσο η Αριστερά όσο και οι Πράσινοι -ένα μέρος των οποίων αλληθωρίζει με μια συνεργασία με τη Μέρκελ- την εξέλαβαν ως μήνυμα ότι το SPD πραγματικά σκέφτεται να πάρει τη στροφή. Το θέμα είναι με ποιον επικεφαλής του ψηφοδελτίου θα κατέβουν τον Σεπτέμβριο του 2017.
Μια σειρά μέσων ενημέρωσης, με το περιοδικό “Spiegel” να σέρνει τον χορό, δείχνει προς το Στρασβούργο και τον απερχόμενο πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο Σουλτς έχει περισσότερες πιθανότητες από τον Γκάμπριελ να φέρει ένα αποτέλεσμα πάνω από το 25%, καθώς τα τελευταία δύο χρόνια έμπαινε συχνά στα... σαλόνια των τηλεθεατών ως ο συνετός Γερμανός που λάμπει στο ευρωπαϊκό στερέωμα - και δη με μηνύματα, έστω και λάιτ, κατά της ασφυκτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ο Σουλτς, όμως, δεν είναι διατεθειμένος να πάρει το χρίσμα χωρίς να γίνει και πρόεδρος του SPD. Κάτι που δεν είναι βέβαιο ότι θα αποδεχτεί ο μαχητής Γκάμπριελ. Οπότε μέχρι το τέλος του χρόνου -ίσως και τις αρχές του 2017- το τοπίο για το SPD θα παραμείνει θολό. Και οι πολίτες θα συνεχίσουν να πιστεύουν ότι κανείς δεν “καίγεται” να γίνει καγκελάριος.