Live τώρα    
Αμερικανικές προεδρικές εκλογές / Οι "ξεχασμένοι" υποψήφιοι
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αμερικανικές προεδρικές εκλογές / Οι "ξεχασμένοι" υποψήφιοι

Με δεδομένο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ και η Χίλαρι Κλίντον κρίνονται από τις δημοσκοπήσεις ως οι λιγότερο δημοφιλείς υποψήφιοι για την προεδρία των τελευταίων ετών και ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής γνώμης παίρνει αποστάσεις από τα δύο κόμματα που κυριαρχούν απόλυτα στην πολιτική ζωή των ΗΠΑ, θα περίμενε κανείς μια στροφή προς τους λεγόμενους "τρίτους υποψηφίους".

Υπάρχουν τελικά αυτοί; Και ποιοι είναι; Οι περισσότεροι Αμερικανοί είναι βέβαιο ότι εξακολουθούν να τους αγνοούν, καθώς τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα δεν ασχολούνται μαζί τους ούτε στο ελάχιστο, ενώ οι γενναιόδωρες χορηγίες που θα μπορούσαν να εξαγοράσουν κάποια προβολή καταλήγουν αποκλειστικά στα ταμεία των υποψηφίων των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών.

Το Πράσινο Κόμμα έχει συγκεντρώσει μέχρι τώρα μόλις 405.000 δολάρια για την καμπάνια του κι αυτά από μικρές προσφορές των υποστηρικτών του. Παρ' όλα αυτά, ζούμε στην εποχή του Ίντερνετ και η τηλεόραση δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό μέσο προβολής. Γι' αυτό και η Τζιλ Στάιν, η υποψήφια του κόμματος για την προεδρία, δεν καταθέτει τα όπλα.

Εκτιμά ότι η "ασυνήθιστη", όπως τη χαρακτηρίζει ευγενικά, εκλογική καμπάνια του Ντόναλντ Τραμπ σπρώχνει πολλούς Ρεπουμπλικανούς προς την Χίλαρι Κλίντον, η οποία με τη σειρά της μετακινείται προς τον "μεσαίο χώρο" για να τους προσεγγίσει. Σύμφωνα επομένως με τη συλλογιστική της, ένα μεγάλο μέρος προοδευτικών του Δημοκρατικού Κόμματος θα στραφεί τελικά προς τα αριστερά. Η παρουσία αρκετών μελών της καμπάνιας του Μπέρνι Σάντερς στο πρόσφατο συνέδριο των Πρασίνων φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμηση.

Το μεγάλο εμπόδιο για τους Πράσινους, ωστόσο, παραμένει η πρόσφατη εκλογική ιστορία και ιδιαίτερα ο τρόπος που οι Δημοκρατικοί κατόρθωσαν να φορτώσουν στον Ραλφ Νέιντερ την εκλογική ήττα του Αλ Γκορ και την είσοδο του Τζορτζ Μπους του νεότερου στον Λευκό Οίκο στις εκλογές του 2000. Παρά το γεγονός ότι το εθνικό ποσοστό τού τότε υποψηφίου των Πρασίνων δεν ξεπέρασε το 2,74%.

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν μάλιστα ότι οι "μοιραίες" 97.000 ψήφοι που συγκέντρωσε ο Νέιντερ στην πολιτεία της Φλόριντα προήλθαν τόσο από Δημοκρατικούς όσο και Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους. Η ρετσινιά όμως για τους Πράσινους -και κατ' επέκταση για όλα τα μικρά κόμματα- έμεινε. Με αποτέλεσμα το επιχείρημα των υποστηρικτών της Κλίντον να παραμένει σήμερα ίδιο και απαράλλακτο: "Ψήφο στη Στάιν ισοδυναμεί με ψήφο στον Τραμπ".

Από την πλευρά της, η υποψήφια των Πρασίνων υποστηρίζει ότι πολλοί Αμερικανοί επιζητούν σήμερα μια εναλλακτική τόσο απέναντι στον Τραμπ όσο και στην Κλίντον, την οποία χαρακτηρίζει "την πιο αντιπαθητική και αναξιόπιστη υποψήφια στην αμερικανική Ιστορία".

Η Στάιν, που διεκδίκησε την αμερικανική προεδρία και στις προηγούμενες εκλογές, συγκεντρώνοντας μόλις 0,3%, υποστηρίζει ότι η λύση για τα πολυάριθμα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα της βρίσκεται σε ένα "πράσινο new deal", την επικέντρωση στις Aνανεώσιμες Pηγές Eνέργειας με τον στόχο τη μετάβαση σε 100% καθαρή ενέργεια μέχρι το 2030. Τα αναγκαία κονδύλια για κάτι τέτοιο θα εξοικονομηθούν, μεταξύ άλλων, από την περιστολή των αμυντικών δαπανών κατά το ένα τρίτο, κάτι που μάλλον εξηγεί τον λόγο για τον οποίο εταιρείες όπως η Lockheed Martin εξακολουθούν να "ψηφίζουν" Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς.

Ο δεύτερος "ξεχασμένος" υποψήφιος που διεκδικεί ένα αξιοπρεπές ποσοστό τον επόμενο Νοέμβριο δεν είναι άλλος από τον Γκάρι Τζόνσον, πρώην Ρεπουμπλικανό κυβερνήτη του Νέου Μεξικού που κατεβαίνει ως υποψήφιος του Libertarian Party. Οι δεξιοί "ελευθεριακοί" επιδιώκουν την κατάργηση κάθε κρατικής παρέμβασης στην απόλυτη κυριαρχία της αγοράς και του Laissez Faire. Η πιο ακραία εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού συνυπάρχει, βέβαια, με ορισμένες θέσεις που κάνουν τους παραδοσιακούς δεξιούς των Ρεπουμπλικανών να ανατριχιάζουν: από την ανοχή στα μαλακά ναρκωτικά και την ελεύθερη είσοδο των μεταναστών στις ΗΠΑ μέχρι την πλήρη αποχή από στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.

"Χαμένη ψήφος είναι μόνο η ψήφος σε κάποιον που δεν πιστεύεις" υποστηρίζει ο 63χρονος Τζόνσον. Και διακυρήττει ότι στόχος του σε αυτές τις εκλογές είναι ένα εθνικό ποσοστό πάνω από το 5%, κάτι που, μεταξύ άλλων, θα επιτρέψει στο κόμμα του να διεκδικήσει ομοσπονδιακή χρηματοδότηση στις επόμενες εκλογές.

Ωστόσο, ο δρόμος για τους μικρούς υποψήφιους στις αμερικανικές εκλογές παραμένει στρωμένος με εμπόδια. Για παράδειγμα, προκειμένου να συμμετάσχουν στα προεκλογικά ντιμπέιτ, οι υποψήφιοι δεν χρειάζονται 5% στις κάλπες, αλλά 15% στις εθνικές δημοσκοπήσεις, μια μάλλον εξωφρενική απαίτηση αν λάβει κανείς υπόψη τον πάγιο αποκλεισμό τους από τα μεγάλα ΜΜΕ.

Και το παιχνίδι είναι στημένο σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα ονόματα των τρίτων υποψηφίων να απουσιάζουν από τις περισσότερες μετρήσεις που περιορίζονται στο ερώτημα "Χίλαρι ή Ντόναλντ;". Παρ' όλα αυτά, σε πρόσφατη δημοσκόπηση στην κρίσιμη πολιτεία του Κολοράντο, ο Τζόνσον έλαβε 15% και η Στάιν 6%.

Στην πιο απρόβλεπτη εκλογική αναμέτρηση των τελευταίων ετών, όπως περιγράφεται από τους πολιτικούς αναλυτές, το παιχνίδι παραμένει όμως ανοιχτό για τους υποψήφιους των μικρών κομμάτων. Τον περασμένο μήνα, η αμερικανική δικαιοσύνη απέρριψε την προσφυγή τους για το "τεχνητό όριο" του 15%, ωστόσο το θέμα εξασφάλισε αρκετή δημοσιότητα ώστε ο Μάικ Μακάρει συμπρόεδρος της Επιτροπής για τους Προεδρικούς Υποψήφιους, να υπαινιχθεί την προηγούμενη εβδομάδα ότι θα μπορούσε να υπάρξει και ένα τρίτο πόντιουμ στο πρώτο ντιμπέιτ.

Πρόκειται άλλωστε για απαίτηση της κοινής γνώμης. "Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι επιθυμούν τη συμμετοχή υποψηφίων από μικρότερα κόμματα. Ειδικά σε μια αναμέτρηση όπως αυτή, όπου η πλειονότητα εκφράζει την αντιπάθειά της για τους δύο βασικούς υποψήφιους, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να τους δώσουμε την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους" σημειώνει ο δημοσκόπος Ρον Φασό της Clarus Research Group.

Ωστόσο, ο έρωτας της αμερικανικής κοινής γνώμης για κάθε εναλλακτικό υποψήφιο συνήθως ξεθυμαίνει τις παραμονές κάθε εκλογικής αναμέτρησης. Μια πρόχειρη αναδρομή στην πρόσφατη εκλογική ιστορία αποκαλύπτει ότι πολύ σπάνια οι "μικροί" συγκεντρώνουν στις κάλπες τα ποσοστά που εμφανίζουν στις δημοσκοπήσεις. Κορυφαίο παράδειγμα, ο κεντρώος Τζον Άντερσον, που στις εκλογές του 1980 έφτανε το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς το εντυπωσιακό 24%, για προσγειωθεί ανώμαλα το βράδυ των εκλογών στο 6,6%.

Ανάλογη πορεία ακολούθησε ακόμη και ο πιο επιτυχημένος "τρίτος άνθρωπος" στη νεότερη αμερικανική Ιστορία. Τις παραμονές των εκλογών του 1992, οι δημοσκοπήσεις έδιναν στον Τεξανό υπερσυντηρητικό επιχειρηματία Ρος Περό ποσοστά της τάξης του 33%. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι του έδωσαν τελικά κάτι περισσότερο από το μισό,18,9%.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0