Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου κατά του Ερντογάν επιτάχυνε την προσπάθεια του προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας για σύγκλιση με τη Ρωσία και το Ισραήλ έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο διπλωματικών αντιπαραθέσεων που κορυφώθηκαν με την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους τον περασμένο Οκτώβριο. Ο πανίσχυρος Ερντογάν, έπειτα από μια μακρά περίοδο δυναμικής και άκρως επιθετικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι σε όλους, φαίνεται πως εισέρχεται σε μια νέα και αισθητά διαφοροποιημένη τακτική και στρατηγική. Ο Τούρκος ηγέτης μοιάζει, έπειτα από καιρό, να αντιλαμβάνεται πως, σε έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται και αλλάζει, σουλτάνοι δεν χωράνε πλήρως.
Ύστερα από ένα μεγάλο κύμα εκκαθαρίσεων στο εσωτερικό μέτωπο που ακόμα δεν έχουν κοπάσει (αποδιοργάνωση στρατεύματος -οι κατά τόπου τούρκικες μονάδες αυτήν τη στιγμή διοικούνται από τους νομάρχες, ενώ η στρατοχωροφυλακή εντάσσεται στις αρμοδιότητες του υπουργείου Εσωτερικών και όχι στου τουρκικού ΓΕΕΘΑ-, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και δικαστικών και συνολική προσπάθεια αποδιοργάνωσης του δικτύου Γκιουλέν στον κρατικό μηχανισμό), ο Ερντογάν επιστρέφει στη διεθνή σκακιέρα αναζητώντας συμμάχους αλλά και εχθρούς ώστε να δικαιολογήσει την αυταρχικότητα της πολιτικής του αλλά και τις ήττες που εν τέλει έχει υποστεί ιδιαίτερα στο «μεσανατολικό μέτωπο». Η συνάντηση της 9ης Αυγούστου και στη συνέχεια η επίσκεψη του Τσαβούσογλου στο Ιράν μάλλον φανερώνουν το στρατηγικό αδιέξοδο του Ερντογάν και την προσπάθειά του μέσα στη νέα πραγματικότητα να αναδιαμορφώσει την τακτική του. Για τον Ερντογάν, οι παλιοί του αντίπαλοι γίνονται πλέον οι μόνοι του σύμμαχοι - όχι πλέον πάνω στο σχέδιό του, αλλά στο σχέδιο της Ρωσίας και της «συμμαχίας της αντίστασης».
Όπως πολλοί αναλυτές επισημαίνουν, το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης και η στάση του τότε ισχυρού μετώπου της Ευρώπης, Μέρκελ - Σαρκοζί, που «πάγωσαν» για ακόμα μια φορά την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας, έστρεψαν τον Ερντογάν στο μέτωπο της Ανατολής και ενίσχυσαν τη θέληση του ίδιου να μετατραπεί σε «αρχηγό των Σουνιτών». Πάνω σε αυτήν τη στρατηγική, ο Ερντογάν στήριξε -έστω και υπογείως- τον ISIS και την Αλ Νούσρα. Επιπροσθέτως, η διάλυση των Κούρδων του YPG και των μαχητών της Peshmerga του Ιράκ αποτελούσε τον πολυπόθητο στόχο του Τούρκου ηγέτη, καθώς θα έλυνε το χρόνιο ζήτημα - πρόβλημα που η Τουρκία αντιμετώπιζε για πολλές δεκαετίες, αυτό της ίδρυσης του Κουρδιστάν.
Όπως ανέφερε ο "Guardian", για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οι μαχητές του ISIS είχαν ως κύρια πηγή ανεφοδιασμού την τουρκική επικράτεια στα σύνορα με τη Συρία (Χατάι - Γκαζιαντέπ), ενώ οι 15.000 - 20.000 μαχητές που έφτασαν από την Ευρώπη στο μέτωπο της Συρίας το έκαναν μέσω αεροδρομίων της Τουρκίας. Παράλληλα, στο οικονομικό σκέλος, σειρά άρθρων και ερευνών ανέδειξαν πως οι σχέσεις μεταξύ Τούρκων αξιωματούχων και λαθρεμπόρων πετρελαίων του ISIS είναι πέρα για πέρα υπαρκτές. Για πάνω από μια τριετία μέχρι την άσκηση ισχυρών πιέσεων από την Ε.Ε., η Τουρκία -όπως πολλοί αναλυτές επισημαίνουν- βοήθησε στην εδραίωση του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία.
Η διαφοροποίηση όμως της αμερικανικής ηγεσίας έναντι των ισλαμιστών, η καταλυτική εμπλοκή της Ρωσίας στον πόλεμο, η άμεση παρέμβαση της Τεχεράνης (ήδη από το 2013 με τη συνάντηση Νασράλα με τον αγιατολάχ Χαμεϊνί με την οποία ουσιαστικά το Ιράν έμπαινε δυναμικά στη μάχη της Συρίας), τα προσφυγικά ρεύματα και φυσικά οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη άλλαξαν ολοκληρωτικά τις στοχεύσεις των μεγάλων δυνάμεων και συνακόλουθα τη στάση των περιφερειακών παικτών που ενεπλάκησαν στη σύγκρουση.
Η παρουσία του Άσαντ εδραιώθηκε μέσω της στήριξης της Ρωσίας και της Χεζμπολάχ -η οποία διαδραμάτισε έναν καθοριστικό ρόλο στη σύγκρουση καθώς ήταν η δύναμη η οποία επιχειρούσε χερσαία έναντι των ισλαμιστών σε μια περίοδο που καμία άλλη δεν το τολμούσε-, η Αμερική στράφηκε κατά των ισλαμιστών με την ενίσχυση των κουρδικών δυνάμεων και η Σαουδική Αραβία σταμάτησε να ενισχύει τους μαχητές του Αλ Μπαγκντάτι μετά την πίεση των Αμερικανών, ενώ προ εξαμήνου αναγκάστηκε μέχρι και να συνδράμει με αεροπορικούς βομβαρδισμούς έναντι των τζιχαντιστών.
Ο Ερντογάν, για ένα κρίσιμο διάστημα, βρέθηκε στην πραγματικότητα -μέσω της "άτεγκτης" στάσης του- εκτός διαμόρφωσης της νέας πραγματικότητας στην ευρύτερη σφαίρα της Μέσης Ανατολής. Ο Τούρκος ηγέτης φάνηκε να πιστεύει πως την ίδια στιγμή που εκβιάζει την Ε.Ε. με το προσφυγικό μπορεί να επιτίθεται στη Ρωσία και παράλληλα να διασφαλίζει τα συμφέροντά του στον υπό διαμόρφωση χάρτη της Μέσης Ανατολής.
Ο Ερντογάν, σήμερα, φαίνεται έτοιμος να τραβήξει το σκοινί απέναντι στις ΗΠΑ (αλλά για πόσο;), ενώ την ίδια στιγμή διαπραγματεύεται με τους μέχρι πρότινος «εχθρούς» του, το Ιράν και τη Ρωσία, για την επόμενη μέρα της Συρίας και τον ρόλο του Μπασάρ Αλ Άσαντ, κάτι που αυτομάτως θα τον θέσει απέναντι στους σουνιτικούς πληθυσμούς, το Ριάντ και φυσικά τις προσδοκίες που ο ίδιος δημιούργησε και ενίσχυσε την προηγούμενη τριετία. Είναι ένα ερωτηματικό, αυτός ο σκληρός πυρήνας υποστηρικτών του AKP, που το βράδυ της 15ης Ιουλίου διαδήλωνε κατά του πραξικοπήματος, πώς θα αντιδράσει στη συμμαχία με το σιιτικό Ιράν ή πώς η συμμαχία με τους εθνικιστές του Μπαχτσελί θα συνεχιστεί την ίδια ώρα που οι ψίθυροι για κουρδικό κράτος γίνονται κραυγές στη γείτονα χώρα.
Η κατάσταση ασταθούς ισορροπίας στην οποία η Τουρκία βρίσκεται, δεν αφήνει χώρο για μακροσκελείς αφηγήσεις και βεβαιότητες. Οι επόμενοι μήνες θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι για το μέλλον του Τούρκου πρόεδρου και φυσικά για τον ρόλο της Τουρκίας στον νέο χάρτη που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή.
ΥΓ.: Μόλις χθες, η Ρωσία χρησιμοποίησε ιρανικές βάσεις για να επιχειρήσει κατά των τζιχαντιστών, ενώ σύμφωνα με δηλώσεις υψηλόβαθμου Κινέζου αξιωματούχου στην κινεζική κρατική τηλεόραση, η Κίνα θα επιδιώξει στενότερες στρατιωτικές σχέσεις με τον συριακό στρατό.
Κυριάκος Δημάγγελος, μέλος της γραμματείας του Κ.Σ. της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ