Ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντζι πρόσφερε στον βωμό των Βρυξελλών τα κεφάλια των δημοσίων υπαλλήλων για να εξευμενίσει το τέρας του νεοφιλελευθερισμού και να μπορέσει να διασώσει με δημόσια στήριξη τουλάχιστον τη Monte dei Paschi di Siena και πιθανόν άλλες τέσσερις τράπεζες, και εκατομμύρια καταθέτες, που κινδυνεύουν να βρεθούν τη Δευτέρα το πρωί στο στόχαστρο των κερδοσκοπικών αγορών, μετά τη δημοσίευση των τεστ κόπωσης των 51 ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών από τις ευρωπαϊκές αρχές.
Οι ιταλικές συστημικές τράπεζες που βρέθηκαν στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (ΕΒΑ) και της ΕΚΤ είναι οι πέντε τράπεζες που τα τελευταία χρόνια είχαν πρωταγωνιστήσει στις πολλά υποσχόμενες εξαγορές και συγχωνεύσεις, στην εύκολη επέκταση στις αγορές των πρώην ανατολικών χωρών, που είχαν κάνει στρατηγικές συνεργασίες, προσοχή σε αυτό το σημείο, με γερμανικές και γαλλικές τράπεζες και είχαν μετατραπεί από τράπεζες σε παρόχους επενδυτικών προϊόντων και μάλιστα υψηλού κινδύνου.
Σήμερα η Intesa Sanpaolo, η Unicredit, η Banco Popolare, η Ubi Banca και η «αριστερή» Monte dei Paschi di Siens (MPS), η παλιότερη τράπεζα του κόσμου, φαίνεται ότι έχουν ανάγκη από μια νέα ένεση ρευστότητας, αλλά το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν τις εμπιστεύεται για να προσφέρει φρέσκο χρήμα. Η MPS, μεταξύ διαδοχικών αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, «ομολόγων Μόντι» και δημόσιας στήριξης, έχει «κάψει» στον βωμό των αγορών τουλάχιστον 15 δισ. ευρώ και έχει γεμίσει σελίδες με δικαστικές καταδίκες στελεχών της, ενώ τώρα έχει ανάγκη άλλων 5 δισ. ευρώ και την άμεση αντιμετώπιση κόκκινων δανείων που φτάνουν τα 10 δισ. ευρώ, από τα 47 δισ. ευρώ των κόκκινων δανείων της τράπεζας.
Τα κόκκινα δάνεια των ιταλικών τραπεζών που θα εξεταστούν από την ευρωπαϊκή αρχή φτάνουν τα 360 δισ. ευρώ, περίπου το 18% του ΑΕΠ της Ιταλίας και το 18% των συνολικών δανείων και πιστώσεων που έχουν παραχωρήσει, ενώ έχουν πουλήσει στα νοικοκυριά τραπεζικές ομολογίες εκ των οποίων περίπου 100 δισ. ευρώ λήγουν μέχρι το τέλος του επομένου έτους! Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για τα νοικοκυριά, γιατί έχουν στα χέρια τους άλλα 100 δισ. ευρώ τραπεζικών ομολογιών. Σε αυτούς τους αρνητικούς παράγοντες θα πρέπει να προστεθεί η προβληματική αξιολόγηση του ιταλικού δημόσιου χρέους, που ξεπερνά τα 2,2 τρισ. ευρώ και η πτώση της τιμής των ακινήτων, που επιβαρύνει τη θέση των τραπεζών. Η ιταλική κυβέρνηση, οι μεγαλοτραπεζίτες και οι διάφορες εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές θα καταφέρουν να βρουν μια αξιόπιστη λύση έως τη Δευτέρα το πρωί, οπότε θα ανοίξουν εκ νέοι οι αδηφάγες αγορές των κερδοσκόπων και σπεκουλαδόρων;
Η ιταλική κυβέρνηση θα πρέπει να κάνει ταυτόχρονα τέσσερα πράγματα, να «εξυγιάνει» τις τράπεζες, να προστατεύσει τους αποταμιευτές - καταθέτες, να σεβαστεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες και να καταφέρει να απορροφήσει τις πολιτικές αντιδράσεις. Για τους περισσότερους «γκουρού» των αγορών, ένα από αυτά τα τέσσερα στοιχεία θα ανατραπεί. Ποιο όμως και με ποιες συνέπειες; Ο "Economist" ούτε λίγο ούτε πολύ ζήτησε τη δημόσια παρέμβαση για τη διάσωση των ιταλικών τραπεζών για να μην εξανεμιστούν οι καταθέσεις των πολιτών, και ο Ιταλός πρόεδρος της ΕΚΤ αναγνώρισε τη χρησιμότητα ενός συστήματος δημόσιας προστασίας των ιταλικών τραπεζών.
Ας μην κρυβόμαστε όμως. Το μέλλον των ιταλικών τραπεζών θα κριθεί και από την αξιολόγηση των γερμανικών Deutsche Bank και Commerzbank εξαιτίας των διαγώνιων συνεργασιών τους. Για το λόγο αυτό στα άδυτα του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών κάποιοι πιθανώς να σκέφτηκαν το κούρεμα των ιταλικών καταθέσεων από τη «δημόσια» βοήθεια για τη διάσωση των τραπεζών.
Γολγοθάς δημοσίων υπαλλήλων
Με την άνοδο του υδράργυρου, ο Ρέντζι και η υπουργός Δημόσιας Διοίκησης Μαριάνα Μαντία παρουσίασαν στο υπουργικό συμβούλιο ένα σχέδιο τεσσάρων διαταγμάτων για τη μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης, χρησιμοποιώντας το μαστίγιο και το... καρότο για να κατευνάσουν τις πιθανές αντιδράσεις των συνδικάτων, υποσχόμενοι αυξήσεις, αφού επί μια επταετία έχουν τεθεί στον... γύψο. Υποσχέσεις που ήταν αρκετές για να οδηγήσουν τις τρεις μεγαλύτερες συνομοσπονδίες εργαζομένων του δημοσίου τομέα, τη FP Cgil, τη Cisl FP και τη UIL FP να μιλήσουν για σημαντική αλλαγή στην αντιμετώπιση των δημοσίων υπαλλήλων από τις τελευταίες κυβερνήσεις.
Η μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης προβλέπει την ετήσια αξιολόγηση των υπαλλήλων από τους διευθυντές τους, την κατάργηση των τριετιών και των πενταετιών, την καταγραφή των «πλεοναζόντων» δημοσίων υπαλλήλων, αυτών δηλαδή που δεν χρειάζονται, και τη μετάθεσή τους έως 50 χιλιόμετρα για ένα διάστημα, γιατί εάν μετά την παρέλευση αυτού χρόνου συνεχίσουν να πλεονάζουν θα... απολύονται. Επίσης, θα πρέπει να δέχονται την ανάληψη μιας περισσότερο υποβαθμισμένης εργασίας από αυτή που είχαν και τη μείωση των αποδοχών τους, διαφορετικά θα βρίσκονται εκτός Δημοσίου.
Στην υπηρεσία των απολύσεων θα τεθεί και η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία, γιατί θα φτάνει ένα βίντεο ή μια φωτογραφία που να αποδεικνύει ότι ένας δημόσιος υπάλληλος βρισκόταν σε λάθος μέρος την ώρα εργασίας για να τη χάσει διαπαντός! Εναντίον των υπαλλήλων που θα «λείπουν» Παρασκευή ή παραμονή αργίας θα προβλέπεται η επίσκεψη στον τόπο κατοικίας τους από ελεγκτή, ενώ για τους υπαλλήλους που δεν τηρούν τα ωράρια θα προβλέπεται προειδοποίηση τριάντα ημερών, διακοπή εργασίας, μείωση μισθού ή σε 48 ώρες απόλυση.
Οι εργοδοτικοί σύλλογοι χαιρέτησαν την πρωτοβουλία του Ρέντζι, εκτιμώντας ότι η αποχή από την εργασία στον δημόσιο τομέα θα περιοριστεί στο πλαίσιο του ιδιωτικού και πως θα εξοικονομηθούν περί τα 3,7 δισ. ευρώ ετησίως, γιατί ας μην μας διαφεύγει ότι οι περικοπές αποτελούν τον κινητήριο μοχλό των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων.
«Σωσίβιο» από Μπερσάνι
Ο Ρέντζι πρόσφερε το κεφάλι των δημοσίων υπαλλήλων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΚΤ για να «σώσει» τις τράπεζες, ενώ τον Δεκέμβριο θα πρέπει να κερδίσει το δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του συντάγματος, που προβλέπει την αντικατάσταση της εκλεγμένης γερουσίας με ένα σώμα εκλεκτόρων και την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και δη του πρωθυπουργού έναντι του Κοινοβουλίου.
Μια μεταρρύθμιση που κινδυνεύει να συνοδευτεί από την εφαρμογή ενός νέου εκλογικού νόμου, όπου ένα κόμμα με το 25% θα διασφαλίζει το 55% των εδρών της Βουλής. Με τον τρόπο αυτό ο Ρέντζι στοχεύει να κερδίσει τις επόμενες εκλογές, γιατί στην Ιταλία οι επόμενες εκλογές θα μπορούν να πραγματοποιηθούν με τον νόμο που θα ψηφίσει το σημερινό Κοινοβούλιο. Ο εκλογικός νόμος που έραψε προς το παρόν στα μέτρα του ο Ρέντζι θα μπορούσε ν’ αλλάξει εάν συνεχιστεί η ανοδική πορεία του κόμματος του Γκρίλο, που χάρη στην αύξηση της αποχής και παρά την απώλεια ψήφων ανεβαίνει σε ποσοστά!
Η νίκη του Κινήματος Πέντε Αστέρων του Γκρίλο στη Ρώμη, στο Τορίνο και δεκάδες άλλες μεγάλες και μεσαίες ιταλικές πόλεις στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές και η φυγή των ψηφοφόρων από το Δημοκρατικό Κόμμα οδηγούν στη στήριξη του Ρέντζι από αντιπολιτευόμενα τμήματα του κόμματος, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις του πρώην γραμματέα του Μπερσάνι, που, παρά τη σκληρή κριτική του προς τον Ιταλό πρωθυπουργό, κάλεσε τον Ρέντζι «να παραμείνει πρωθυπουργός ακόμη και εάν χάσει το δημοψήφισμα».