Σε «καραντίνα» για τρεις μήνες βρίσκεται και τυπικά από χθες η Τουρκία, με την Εθνοσυνέλευση να εγκρίνει με μεγάλη πλειοψηφία την επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη χώρα, όπως είχε εξαγγείλει νωρίτερα ο Ταγίπ Ερντογάν. Ο στόχος είναι σαφής: Να κινηθούν οι αρχές νόμιμα και με ταχύτητα για να εξαλείψουν από τον κρατικό μηχανισμό τούς υποστηρικτές του αποτυχημένου πραξικοπήματος της περασμένης Παρασκευής, όποιοι κι αν είναι αυτοί...
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα άρει την ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στη βάση του άρθρου 15 της ίδιας Συνθήκης που προβλέπει ότι ένα κράτος μπορεί να παρεκκλίνει των υποχρεώσεών του σε περιπτώσεις πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου.
«Η Δημοκρατία στην Τουρκία είναι ισχυρότερη από ποτέ μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, γιατί ένωσε τους Τούρκους απ’ όλο το πολιτικό φάσμα» διαβεβαίωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μεχμέτ Σιμσέκ σε μια προσπάθεια να αμβλύνει τις εντυπώσεις και να καθησυχάσει τους δυτικούς, ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους, που παρά την κατανόηση που δείχνουν, δεν φαίνεται να εγκρίνουν τον δρόμο που ακολουθεί η Άγκυρα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα.
Τα μέτρα που λαμβάνει ο Ερντογάν δείχνουν ότι η Τουρκία "βαδίζει προς τη λάθος κατεύθυνση αν χρησιμοποιήσει το αποτυχημένο πραξικόπημα για να μετατρέψει τη χώρα του σε ένα ισλαμικό αυταρχικό κράτος. Αυτό θα σημάνει το τέλος των ενταξιακών διαπραγματεύσεων" προειδοποίησε ο Γερμανός επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Έλμαρ Μπροκ.
Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και η άποψη του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να περιοριστεί στο συντομότερο αναγκαίο διάστημα η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, διαφορετικά, όπως είπε, «οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να διαλύσει την Τουρκία και να την αποδυναμώσει, εσωτερικά και εξωτερικά». Το μήνυμα του Βερολίνου είναι σαφές: "Μόνο η αποδεικτέα συμμετοχή σε παράνομες πράξεις θα πρέπει να δίνει το έναυσμα για κυβερνητική δράση, όχι οι υποψίες για την πολιτική τοποθέτηση ενός προσώπου".
Διεθνής Αμνηστία: Όχι περισσότερη καταστολή
Την ανησυχία της για τα μέτρα καταστολής εξέφρασε για άλλη μια φορά και η Διεθνής Αμνηστία, επισημαίνοντας ότι «Η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης δεν πρέπει να ανοίξει τον δρόμο σε συρρίκνωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή να χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για περαιτέρω καταστολή τής ελευθερίας της έκφρασης και των εγγυήσεων εναντίον της αυθαίρετης κράτησης και των βασανιστηρίων».
«Όταν περίπου 10.000 άνθρωποι βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό κράτηση, εν μέσω καταγγελιών για κακομεταχείριση, και όταν τα υπουργεία και τα μέσα ενημέρωσης υφίστανται εκκαθαρίσεις, οι ενισχυμένες εξουσίες που συνεπάγεται η κατάσταση έκτακτης ανάγκης μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για περαιτέρω συρρίκνωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» δήλωσε ο Άντριου Γκάρντερ, ερευνητής της οργάνωσης για την Τουρκία.
Η Διεθνής Αμνηστία υπενθυμίζει ότι οι τουρκικές αρχές έχουν αυθαίρετα απαγορεύσει την πρόσβαση σε περισσότερες από 20 ιστοσελίδες ειδησεογραφικού περιεχομένου, έχουν ανακαλέσει τις άδειες 25 μέσων ενημέρωσης στη χώρα, έχουν ακυρώσει τις άδειες 24 δημοσιογράφων και έχουν συλλάβει τουλάχιστον μία δημοσιογράφο λόγω της κάλυψης εκ μέρους της της απόπειρας πραξικοπήματος. Χθες το πρωί, επίσης, ο αναγνωρισμένου κύρους δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογράφος Ορχάν Κεμάλ Τσενγκίζ συνελήφθη στην Κωνσταντινούπολη και μεταφέρθηκε στο αρχηγείο της Αστυνομίας. Διευρύνοντας τον κύκλο των υπόπτων, η κυβέρνηση προανήγγειλε εξάλλου «διπλό και τριπλό έλεγχο» στο υπουργείο Οικονομικών και στην κεντρική τράπεζα, ώστε να βρεθούν πιθανοί συνωμότες του πραξικοπήματος.
Αναθεώρηση
Άγνωστος παραμένει όμως ο ακριβής τρόπος που θα εφαρμοστεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αφού, όπως επισημαίνεται, ήδη ισχύουν έκτακτα μέτρα στη χώρα. Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι αν η κυβέρνηση θα αναθεωρήσει τον σχετικό νόμο που είχε ψηφιστεί το 1983 αλλά και τον κανονισμό εφαρμογής του. Ο νόμος εφαρμόστηκε την περίοδο 1987-2002 στη νοτιοανατολική Τουρκία, ωστόσο με βάση τα σημερινά δεδομένα παρουσιάζει αρκετές ελλείψεις, καθώς δεν υπάρχουν προβλέψεις για πεδία όπως το Διαδίκτυο, οι ψηφιακές επικοινωνίες, η κινητή τηλεφωνία κ.λπ. Επί της ουσίας, όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση κήρυξε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης κυρίως για να υπάρξει νόμιμη βάση για κάποιες ενέργειες στις οποίες θα προβεί από εδώ και πέρα. Άλλωστε, οι περιορισμοί που προβλέπονται από τον νόμο έκτακτης ανάγκης εφαρμόζονται ήδη σχεδόν στο σύνολό τους. Η απαγόρευση και ο περιορισμός της κυκλοφορίας, η απαγόρευση της έκδοσης και διανομής εντύπων, η σωματική έρευνα, η απαγόρευση συγκεντρώσεων και πολλά άλλα εφαρμόζονται έτσι κι αλλιώς μετά το πραξικόπημα.
Ο εκ των αντιπροέδρων της κυβέρνησης Νουμάν Κουρτουλμούς, μιλώντας σε δημοσιογράφους, είπε ότι η Τουρκία επικαλείται το άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για να άρει προσωρινά την ισχύ της και να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα. Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει ότι ένα κράτος μπορεί να παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση σε περιπτώσεις πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου. Ο Κουρτουλμούς διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να λήξει η κατάσταση έκτακτης ανάγκης το συντομότερο δυνατό.
Η τουρκική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε χθες το απόγευμα το σχετικό ψήφισμα, με 346 ψήφους υπέρ και 115 κατά. Το κυβερνών κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) έχει την πλειοψηφία των εδρών, ενώ και το ακροδεξιό κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) είχε καταστήσει σαφές ότι θα ενέκρινε το μέτρο. Εναντίον του τάχθηκαν το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) και το Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών (HDP).
Ανησυχία από την Ε.Ε.
Στο πλαίσιο των απόψεων που διατύπωσε νωρίτερα ο Έλμαρ Μπροκ ήταν και η αντίδραση της Ε.Ε. στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης που κήρυξε ο Ερντογάν, καλώντας την Τουρκία να σεβαστεί το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες.
Με κοινή ανακοίνωσή τους, η επικεφαλής Εξωτερικής Πολιτικής Φεντερίκα Μογκερίνι και ο επίτροπος για την Πολιτική Γειτονίας και Διεύρυνσης Γιοχάνες Χαν τόνισαν πως η Ε.Ε. είναι «ανήσυχη» για τις εξελίξεις στην Τουρκία έπειτα από την επιβολή κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, ενώ χαρακτήρισαν «απαράδεκτα» τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση στους τομείς της εκπαίδευσης, της Δικαιοσύνης και των μέσων ενημέρωσης.
Σημειώνεται ότι ο Γερμανός χριστιανοδημοκράτης επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Έλμαρ Μπροκ είχε καλέσει νωρίτερα την Ε.Ε. να αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα την Άγκυρα. «Το κύρος του Ερντογάν βασίζεται στην οικονομική πρόοδο της χώρας του και αυτή εξαρτάται ουσιωδώς από την Ε.Ε., η οποία πρέπει να θέσει την εξάρτηση αυτή σε πρώτο πλάνο. Ο Ερντογάν τραυματίζει με τη συμπεριφορά του όχι μόνο τη Δημοκρατία αλλά και τα ίδια τα συμφέροντά του. Η Τουρκία δεν είναι πλέον κράτος δικαίου" τόνισε ο Μπροκ σε συνέντευξή του σε γερμανικό ραδιοφωνικό σταθμό.
Την άποψή του φαίνεται να συμμερίζεται και η συντριπτική πλειονότητα της κοινής γνώμης στη Γερμανία, που θεωρεί λανθασμένη την αντίδραση της τουρκικής κυβέρνησης στην απόπειρα πραξικοπήματος. Ξεκάθαρη είναι επίσης η αντίθεσή της στην απελευθέρωση της βίζας για τους Τούρκους αλλά και στην πρόσβαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αρνητικά τοποθετούνται οι περισσότεροι Γερμανοί και σε ό,τι αφορά τη συνέχιση της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της εταιρείας Emnid για λογαριασμό του ιδιωτικού τηλεοπτικού δικτύου N24, το 81% των Γερμανών δεν δείχνει καμία κατανόηση για την αντίδραση του Τούρκου προέδρου μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, ενώ το 64% θεωρεί ότι, ως συνέπεια, θα πρέπει να διατηρηθεί το υπάρχον καθεστώς βίζας για τους Τούρκους υπηκόους. Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες θα εμπόδιζαν μάλιστα την πρόσβαση του Ερντογάν στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το ένα τρίτο δηλώνει ότι -παρά τις απρόβλεπτες συνέπειες- η συμφωνία Ε.Ε. - Τουρκίας για τους πρόσφυγες θα πρέπει να καταγγελθεί. Το 25% των ερωτηθέντων, πάντως, εκτιμά ότι η γερμανική κυβέρνηση θα πρέπει να συνεχίσει όπως πριν τη συνεργασία της με την τουρκική κυβέρνηση. Σε άλλη δημοσκόπηση της Emnid για το περιοδικό "Focus", το 75% των Γερμανών τάσσεται υπέρ του τερματισμού των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας στην Ε.Ε.
«Ο κόσμος θέλει εκτελέσεις»
Παράγοντας που προφανώς επηρεάζει τη στάση αυτή των Ευρωπαίων είναι και η ανακίνηση του θέματος επαναφοράς της θανατικής ποινής στην Τουρκία και μάλιστα με εμπρηστικές δηλώσεις, όπως αυτές που έκανε χθες ο αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης σε συνέντευξή του στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων Sputnik.
Το 90% των Τούρκων πολιτών ζητεί να επιβληθεί η εσχάτη των ποινών σε όσους ενεπλάκησαν στην απόπειρα πραξικοπήματος, υποχρεώνοντας την τουρκική ηγεσία να εξετάσει την επαναφορά της θανατικής ποινής, υποστήριξε ο Ακτάι. «Πρακτικά, το 90% του πληθυσμού της χώρας ζητεί να επιβληθεί η βαρύτερη ποινή για τους πραξικοπηματίες και αυτή πρέπει να είναι η θανατική ποινή. Το ζητούν σε όλες τις διαδηλώσεις. Η πίεση της κοινής γνώμης μάς αναγκάζει να κάνουμε μια επιλογή» τόνισε το ηγετικό στέλεχος του AKP.
Υπογράμμισε παράλληλα ότι η Τουρκία είναι απογοητευμένη από την έλλειψη στήριξης της Δύσης μετά το πραξικόπημα και επειδή «άφησε τη χώρα μόνη της στη μάχη ενάντια στους εχθρούς της». «Είμαστε ιδιαίτερα απογοητευμένοι από το γεγονός ότι οι δυτικές χώρες μάς ρωτούν πρωτίστως τι πρόκειται να κάνουμε με τους συλληφθέντες. Είναι πολύ προσβλητικό. Σκοπός είναι να αποδυναμωθεί ο αγώνας μας. Δείχνει μια επιθυμία για εγκατάλειψη της Τουρκίας» υποστήριξε ο Ακτάι.