"- Και ποιος το αποφάσισε αυτό, κύριε πρωθυπουργέ;
- Εγώ, όταν διάβασα τις εφημερίδες.
- Ζυγίσατε τα υπέρ και τα κατά αυτής της κίνησης;
- Όχι. Απλώς αποφάσισα να επιδείξω αποφασιστικότητα"
Ένας κλασικός φλεγματικός διάλογος από τη θρυλική σατιρική σειρά “Μάλιστα, κύριε πρωθυπουργέ” ακούγεται ως βγαλμένος από την πραγματικότητα, μετά τις αποφάσεις του Ντέιβιντ Κάμερον να οδηγήσει τη Βρετανία σε δημοψήφισμα. Και μάλιστα, το σαρκαστικό χιούμορ της σειράς δεν αγγίζει μόνο την Downing Street, αλλά το σύνολο του πολιτικού κόσμου, που αποδείχθηκε απροετοίμαστο στο ενδεχόμενο ενός Brexit. Ακόμα και οι θιασώτες του. Όταν ο κύβος ερρίφθη και τα αποτελέσματα την προηγούμενη Παρασκευή τα ξημερώματα ήταν οριστικά, για κάποιες ώρες ένας πέπλος σιωπής έπεσε πάνω από το Westminster. Μετά βγήκαν τα μαχαίρια.
Το κλίμα που είχε δημιουργηθεί το προηγούμενο διάστημα ήταν πως σε περίπτωση εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. ο Μπόρις Τζόνσον είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να διαδεχθεί τον Ντέβιντ Κάμερον στον αριθμό 10 της Downing Street. Υπαρχηγός του ήταν, σύμφωνα με αυτή την εικόνα, ο υπουργός Δικαιοσύνης Μάικλ Γκόουβ, με τον οποίο βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπλευση κατά την προδημοψηφισματική περίοδο. Μέσα σε λίγες ώρες όλα άλλαξαν.
Ένα e-mail που διέρρευσε σε βρετανικά Μέσα και είχε ως αποστολέα τη σύζυγο του Γκόουβ, πυροδότησε την κατάσταση. Η σύζυγος του Γκόουβ Σάρα Βάιν, γνωστή αρθρογράφος, έδινε οδηγίες σε συνεργάτες του συζύγου της να ζητήσουν στις διαπραγματεύσεις με τον Τζόνσον ξεχωριστές εγγυήσεις από τον πρώην δήμαρχο του Λονδίνου. Ήταν η καθοριστική κίνηση που άλλαξε τα δεδομένα και εκτός των άλλων, επιβεβαίωσε την ισχύ του βρετανικού Τύπου στις πολιτικές εξελίξεις. Ο Μάικλ Γκόουβ ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του, παρά το γεγονός ότι επί χρόνια διαβεβαίωνε πως δεν τον ενδιαφέρει η θέση του πρωθυπουργού.
Με άλλα λόγια, ο Μπόρις Τζόνσον βγήκε δυνατά, με την “τρέλα” του και το κύρος τού πρώην δημάρχου του Λονδίνου επηρέασε τα πράγματα και έπειτα, ξαφνικά, φάνηκε ο ίδιος να αποφασίζει για τον εαυτό του ότι δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να ηγηθεί του κόμματος και της κυβέρνησης. Ένας έμπειρος Βρετανός πολιτικός, λίγο πριν από το δημοψήφισμα, κληθείς από δημοσιογράφους να σχολιάσει την επόμενη ημέρα στους Συντηρητικούς, απέρριπτε την όποια περίπτωση ο επόμενος αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος στη Βρετανία να είναι ο Μπόρις Τζόνσον. Υποστήριζε πως αυτός που βγαίνει από την πρώτη στιγμή μπροστά, είναι αυτός που καίγεται πρώτος. “Να περιμένετε κάποιον που έχει μείνει στα μετόπισθεν” έλεγε χαρακτηριστικά.
Το πλαίσιο που έθετε θα μπορούσε να αφορά και τους πέντε πολιτικούς που δήλωσαν τελικά υποψηφιότητα για την ηγεσία των Συντηρητικών. Η πιο ισχυρή υποψηφιότητα, μαζί με αυτή του Μάικλ Γκόουβ, είναι η Τερέσα Μέι. Με τη φήμη της “νέας Θάτσερ” και με εκπεφρασμένες επιφυλάξεις σε ό,τι αφορά το προσφυγικό. Η Τερέσα Μέι ήταν στο στρατόπεδο της παραμονής στην Ε.Ε., αν και ευρωσκεπτικίστρια. Προτίμησε να συστοιχηθεί στην επίσημη γραμμή του κόμματός της, λανσάροντας την άποψη ότι η Βρετανία μπορεί να αλλάξει τις σχέσεις της με την Ε.Ε., ούσα εντός. Ωστόσο, σε καμία στιγμή κατά την προεκλογική περίοδο δεν “ανοίχτηκε”, υποστηρίζοντας δυνατά την παραμονή. Αυτό τη βοήθησε να κρατήσει μια ηπίων τόνων εικόνα, η οποία ομολογουμένως της ταιριάζει περισσότερο. Η ανακοίνωση της υποψηφιότητάς της ήταν ενωτική και αρκετοί αναλυτές τολμούν την πρόβλεψη ότι είναι η περίπτωση που μπορεί να εξαλείψει το εμφυλιακό κλίμα στο κόμμα, το οποίο εντάθηκε στην τελική ευθεία πριν από την Πέμπτη του δημοψηφίσματος. Πάντως, και οι άλλοι υποψήφιοι, αν και δεν είναι το ίδιο προβεβλημένοι, θα μπορούσαν, ο καθένας για τον δικό του λόγο, να αποτελέσουν την έκπληξη.
Η Αντρέα Λίντσομ ήταν από αυτούς που υποστήριξε με θέρμη το Brexit και ως εκ τούτου στις πρώτες δηλώσεις της σύνδεσε τις εσωκομματικές εκλογές με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. «Νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο για κάποιον που συμμετείχε στην εκστρατεία υπέρ της παραμονής, που πιστεύει ότι θα ισοδυναμεί με καταστροφή το να αποχωρήσουμε, ξαφνικά να αλλάξει θέση και να αρχίσει να πιστεύει ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε».
Ακόμα μία υποψηφιότητα είναι αυτή του πρώην υπουργού Άμυνας Λίαμ Φοξ, ο οποίος επίσης τάχθηκε με την πλευρά του Brexit. “Νομίζω ότι πραγματικά υπάρχει μια νέα αυγή γι' αυτή τη χώρα και είμαστε σε ιδιαίτερα καλή θέση να επωφεληθούμε από τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες εκεί έξω” δήλωσε ανακοινώνοντας την υποψηφιότητά του.
Τέλος, υποψηφιότητα έθεσε και ο υπουργός Εργασίας και Συντάξεων Στίβεν Κραμπ, ο οποίος είχε στηρίξει την παραμονή της Βρετανίας στην Ε.Ε. Ο Στίβεν Κραμπ, εντούτοις, ήταν από τους πρώτους που δήλωσαν πως δεν χρειάζεται ένα δεύτερο δημοψήφισμα, αλλά αντίθετα θα πρέπει να γίνει σεβαστή η ετυμηγορία των Βρετανών και να πορευθούν όλοι ενωμένοι στη νέα κατάσταση, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα εθνικής συνεννόησης που έδειξε να παίζει το χαρτί των ισορροπιών, τόσο εντός του κόμματος, όσο και ευρύτερα εντός της Αγγλίας.
Η δεύτερη επανάσταση του Κόρμπιν
Περισσότερο ενισχυμένος, παρά λαβωμένος φαίνεται να βγήκε ο Τζέρεμι Κόρμπιν από την επίθεση που δέχτηκε από τον Ντέιβιντ Κόρμπιν στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου του ζήτησε να παραιτηθεί με ιδιαίτερα απαξιωτικό τρόπο: “Για τον Θεό, άνθρωπέ μου, φύγε!” του είπε.
Η αντίδραση αυτή του Κάμερον ήρθε σε αντιστοιχία με την ανταρσία 174 βουλευτών των Εργατικών κατά του Κόρμπιν, προκαλώντας την αντίδραση της βάσης του κόμματος. Οι 174 βουλευτές των Εργατικών εκπροσωπούν το 75% της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος, δείχνοντας έτσι την ανισορροπία που εμφανίζεται ανάμεσα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και τη βάση.
Ο Κόρμπιν, από την εκλογή του και μέσα σε τρεις μήνες, κατάφερε την αύξηση κατά 30% των μελών του κόμματος, ενώ από τη στιγμή που ξέσπασε η κοινοβουλευτική κρίση στο κόμμα τις τελευταίες ημέρες έγιναν 60.000 νέες εγγραφές στους Εργατικούς, κάνοντας πολλούς να μιλούν για τη μεγαλύτερη εγγραφή νέων μελών στην Ιστορία της Βρετανίας.