Ανταπόκριση από την Ιερουσαλήμ, Πάνος Χαρίτος
Διαβάζοντας τις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, των φορέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ακόμη και των κυβερνήσεων των χωρών της αναφορικά με το μεταναστευτικό, αναρωτιέται κανείς για τη βεβαιότητα με την οποία εκτιμώνται οι αριθμοί των μελλοντικών προσφυγικών ρευμάτων.
Για παράδειγμα, οι εκτιμήσεις σχετικά με τον αριθμό των προσφύγων που θα επιχειρήσουν να εισέλθουν σε Ελλάδα και Ιταλία γίνονται με δεδομένο τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν εγκαταλείψει τις πατρογονικές τους εστίες τους προηγούμενους μήνες και βρίσκονται σε λίστες αναμονής των δουλεμπόρων ώστε να προσεγγίσουν με πλωτά μέσα το ευρωπαϊκό όνειρο.
Οι λίστες αυτές, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν διαρρεύσει από τις ιταλικές και τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες έχουν συνταχθεί μέχρι και τις 13 Μαρτίου του 2015 και αφορούν τα 3,9 εκατομμύρια Σύρους που βρίσκονται διασκορπισμένοι μεταξύ Λιβύης, Αιγύπτου, Λιβάνου, Ιράκ, Ιορδανίας και Τουρκίας.
Αφορούν επίσης 2,3 εκατομμύρια Αφγανούς, Πακιστανούς, Ιρανούς, Ιρακινούς, Σουδανούς, Νιγηριανούς, Σομαλούς, καθώς και πολίτες από τη Λιβύη, το Τσαντ, την Αλγερία, τον Νίγηρα, την Ανγκόλα, το Μάλι, την Αιθιοπία, τη Ναμίμπια και το Κονγκό.
Η πλειονότητα των πολιτών που προέρχονται από αφρικανικά κράτη αναζητούν διέξοδο από τα λιμάνια της Λιβύης και μερικώς της Αιγύπτου. Αντίθετα, οι πολίτες χωρών της Μέσης Ανατολής στρέφουν το βλέμμα στην Τουρκία και από εκεί, ανάλογα με το βαλάντιο και τη φυσική κατάσταση του καθενός, επιλέγουν ξηρά ή θάλασσα για το πέρασμα σε Ελλάδα ή Βουλγαρία. Όλα τα παραπάνω είναι λίγο έως πολύ γνωστά. Όπως και τα ποσά που δαπανούν ανάλογα με το σημείο εκκίνησης και εκείνο του προορισμού.
Υπό αυτό το πρίσμα και συνεκτιμώντας τις οικονομικές δυνατότητες των προσφύγων, τον στόλο που διαθέτουν οι λαθρέμποροι για τη μεταφορά τους από την εκάστοτε χώρα και τις καιρικές συνθήκες από τον Μάιο μέχρι τον Νοέμβριο, μπορεί να οριοθετηθεί με σχετικά μικρές αποκλίσεις ο αριθμός των προσφύγων που θα επιχειρήσουν να εισέλθουν σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Πέραν αυτών, όμως, υπάρχει κι ο απρόβλεπτος παράγοντας, ειδικότερα όταν η Μέση Ανατολή φλέγεται και το φαινόμενο του εκτοπισμού βρίσκεται ακόμη σε πλήρη εξέλιξη σε χώρες όπως η Συρία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τα σύνορά του με το Πακιστάν.
Περισσότεροι πρόσφυγες από το Ιράκ
Όταν πριν από περίπου έξι εβδομάδες η ιρακινή κυβέρνηση προχωρούσε στην ανάπτυξη των δυνάμεών της για την ανακατάληψη της πόλης Τικρίτ, με στόχο να φτάσουν μέχρι τη Μοσούλη, υπήρχαν κάποιοι αναλυτές δυτικών μυστικών υπηρεσιών που προέβλεπαν ντόμινο νέων προσφύγων, οι οποίοι θα προέκυπταν από τον τρόπο που θα επιχειρούσαν οι δυνάμεις επί του πεδίου.
Για να κατανοήσει κάποιος τη δυναμική που ασκούν στους κατοίκους μιας εμπόλεμης περιοχής οι δυνάμεις που συγκρούονται, θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν του δύο πράγματα: Το επίπεδο της βίας που χαρακτηρίζει την αντιπαράθεση και τη συγγένεια των κατοίκων με τις δυνάμεις που μάχονται.
Για παράδειγμα, αν και το Τικρίτ απελευθερώθηκε από το Ισλαμικό Κράτος, η απελευθέρωση δεν ήταν αποτέλεσμα της επιχείρησης ενός στρατού τον οποίο στελεχώνουν στο σύνολό τους οι φυλές της χώρας. Όσο ξένοι ήταν οι τζιχαντιστές για τους κατοίκους του Τικρίτ, άλλο τόσο ξένοι ήταν και οι μαχητές που στελέχωναν τις δυνάμεις της σιιτικής πολιτοφυλακής, που επιχείρησαν σε συνεργασία με τις σιιτικές στρατιωτικές δυνάμεις της Βαγδάτης και υπό την καθοδήγηση αξιωματούχων των φρουρών της Ιρανικής Επανάστασης.
Το αποτέλεσμα ήταν μερικές δεκάδες κάτοικοι να αναζητήσουν καταφύγιο είτε σε βορειότερες περιοχές που ελέγχουν σουνιτικές φυλές, είτε να μεταβούν στην Τουρκία αναμένοντας τις εξελίξεις. Η αλλαγή εξουσίας στο Ιράκ και η ρητορική του νέου πρωθυπουργού δημιούργησε προσδοκίες για γεφύρωση του χάσματος μεταξύ σιιτών και σουνιτών της χώρας.
Ο τρόπος με τον οποίο ασκεί την εξουσία και κυρίως τα ένοπλα τμήματα τα οποία χρησιμοποιεί για να απελευθερώσει περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους διευρύνουν και δεν γεφυρώνουν την απόσταση.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως, ύστερα από την απομάκρυνσή τους από το Τικρίτ, οι τζιχαντιστές δεν βρήκαν την παραμικρή αντίσταση από τους σουνίτες φύλαρχους, με αποτέλεσμα να προωθηθούν νοτίως μέχρι το Ραμάντι, που βρίσκεται κοντά στα 60 χιλιόμετρα από την ιρακινή πρωτεύουσα, ενώ άλλες δυνάμεις κατευθύνθηκαν βόρεια, όπου μάχονται για τον έλεγχο του μεγαλύτερου διυλιστηρίου πετρελαίου της χώρας στο Μπαϊτζί.
Αν και σε πρώτη ανάγνωση αυτό που γίνεται κατανοητό είναι πως οι τζιχαντιστές απώλεσαν σχεδόν το 25% των εδαφών που ήλεγχαν, στην πραγματικότητα έχουν πετύχει την πολυδιάσπαση των δυνάμεων της Βαγδάτης και τη δημιουργία νέου κύματος προσφύγων από το Ραμάντι προς την Ιορδανία, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ζητωκραυγάζουν για την επανεμφάνιση του ιρακινού σιιτικού στρατού.
Πόλεμος δίχως όρια στη Συρία
Στη Συρία ο πόλεμος και οι αντιμαχόμενοι σε αυτόν αποδεικνύουν πως μπορούν να ξεπερνούν την ασχήμια και τα εγκλήματα του παρελθόντος με επιχειρήσεις που πυκνώνουν τις μελανές σελίδες της εμφυλιακής ιστορίας τους.
Οι εικόνες που μεταδόθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα με τον βομβαρδισμό συνοικίας της πόλης Ιντλίμπ με χημικά (πιθανότατα χλωρίνη) φέρνουν για ακόμη μια φορά το καθεστώς του Σύρου προέδρου αντιμέτωπο με την κατηγορία της χρήσης απαγορευμένων όπλων. Αν και η Δαμασκός αρνείται τις κατηγορίες, οι κάτοικοι του Ιντλίμπ βρίσκονται παγιδευμένοι μεταξύ δύο αντιμαχόμενων πλευρών που ελάχιστα γοητεύουν ως συγκάτοικοι...
Από τη μία οι καθεστωτικές δυνάμεις κι από την άλλη το παρακλάδι της Αλ Κάιντα Τζαμπάτ Αλ Νούσρα, οι οποίοι κερδίζουν έδαφος. Μάλιστα ο Μπασάρ Αλ Άσαντ έθεσε την Άγκυρα προ των ευθυνών της, κατηγορώντας την ευθέως πως υποστήριξε τους ισλαμιστές για να εισέλθουν στην πόλη και να καταλάβουν μέρος αυτής.
Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, η πολυδιάσπαση του μετώπου και των δυνάμεων που ελέγχουν το πεδίο έχουν εξαναγκάσει ακόμα και τους πλέον αδύναμους οικονομικά κατοίκους της χώρας να αναζητήσουν καταφύγιο σε κάποια από τις γειτονικές χώρες. Ακόμη κι αυτοί που ανέμεναν το τέλος του πολέμου, επιθυμώντας την επιστροφή στις πατρογονικές εστίες τους, δηλώνουν πρόθυμοι να αναζητήσουν την τύχη τους σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη, δίπλα σε συγγενείς που ίσως να στηρίξουν τα πρώτα τους βήματα.
Ακόμη και οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στον προσφυγικό καταυλισμό Γιαρμούκ, που σε μεγάλο μέρος, πλέον, ελέγχεται από το Ισλαμικό Κράτος, αναζητούν οδό διαφυγής από την περιοχή. Βιώνοντας τη μοναξιά του ξένου, του πρόσφυγα, που κανείς δεν τον κάλεσε, πολεμούν το Ισλαμικό Κράτος εντός του καταυλισμού επιχειρώντας την απελευθέρωσή του, ενώ ταυτόχρονα βιώνουν τον αποκλεισμό (διακοπή υδροδότησης, ρεύματος, παροχής τροφίμων) από τις καθεστωτικές δυνάμεις ώστε να μη διευκολυνθεί η προέλαση των τζιχαντιστών στα προάστια της Δαμασκού.
Δυναμική επανεμφάνιση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν
Μόλις την προηγούμενη Πέμπτη η πτώση της επαρχίας Αριάμπ του Αφγανιστάν στα χέρια των Ταλιμπάν δημιούργησε κύμα μερικών δεκάδων χιλιάδων εσωτερικών προσφύγων. Η επαρχία Αριάμπ συνορεύει με το Τουρκμενιστάν, ωστόσο η εκτίμηση στρατιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας είναι πως υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να επανακάμψουν οι Ταλιμπάν και στις επαρχίες που συνορεύουν με το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν. Μια τέτοια εξέλιξη εκτιμάται πως θα εκδηλωθεί εντός των επόμενων δύο μηνών και θα οδηγούσε σε γιγάντωση του μεταναστευτικού κύματος προς την Τουρκία.
Όλες οι παραπάνω επισημάνσεις αφορούν την ελάχιστη αποτύπωση της επιρροής που ασκούν στο μεταναστευτικό ρεύμα οι εξελίξεις στα πεδία των μαχών της Μέσης Ανατολής. Η εκτίμηση του αριθμού των προσφύγων ή των μεταναστών γενικότερα που θα επιχειρήσουν να μεταβούν στις χώρες που συνορεύουν με τις περιοχές αυτές αναμένεται να φτάσει σε επίπεδα - ρεκόρ τη χρονιά που διανύουμε.
Το άνοιγμα περισσοτέρων στρατοπέδων σε Ελλάδα και Ιταλία για να χωρέσουν εκείνοι που ξέφυγαν από τα δεινά τους δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αν τα ευρωπαϊκά ιδεώδη εξαντλούνται στο να κρύβουν τη «σκόνη» κάτω από το χαλάκι στις πύλες εισόδου, τότε η μεταναστευτική πολιτική που εκπονήθηκε στο Δουβλίνο έχει καταφέρει να διχάσει ακόμη περισσότερο τον πλούσιο Βορρά με τον φτωχό Νότο. Όχι για το πόσους θα χωρέσουμε εμείς και πόσους θα πάρουν αυτοί. Δεν είναι μαθηματική η διαφορά. Δεν είναι αριθμητικό το ζήτημα. Αξιακό είναι. Και ως τέτοιο θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί.