Του Μιχάλη ΤΡΙΚΚΑ
Κάποτε, η αναγνώριση των οίκων αξιολόγησης αποτελούσε το καύχημα κάθε φινλανδικής κυβέρνησης. Η Standard & Poor's έκοψε όμως πέρσι το ένα από τα τρία Α για το κρατικό αξιόχρεο της χώρας, επικαλούμενη αναπτυξιακά προβλήματα. Έτσι, η ανασφάλεια και η κρίση βρέθηκαν στο επίκεντρο των σημερινών κοινοβουλευτικών εκλογών, μιας αναμέτρησης η οποία, εκτός των άλλων, έχει και το χαρακτήρα crash test για τη συνοχή του άξονα των "ενάρετων" που έχει συγκροτήσει το Βερολίνο.
Οι Φινλανδοί προσέρχονται σήμερα στις κάλπες γνωρίζοντας ότι η χώρα τους βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κρίση. Την τελευταία τριετία η οικονομία αδυνατεί να βγει από την ύφεση, η εμβληματική Nokia εξακολουθεί να συρρικνώνεται, το κόστος εργασίας αυξάνεται και -μια και τα ρεύματα των προσφύγων δεν φτάνουν μέχρι εκεί- η εργατική δύναμη μειώνεται σταθερά. Η δασοπονία και η βιομηχανία χάρτου αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητα προβλήματα ενώ ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Ε.Ε. και Μόσχας έχει κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα, αφού η Ρωσία αποτελεί βασική αγορά για τις φινλανδικές εξαγωγές.
Με αυτά τα δεδομένα, όταν ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης και επικρατέστερος επόμενος πρωθυπουργός Γιούχα Σιπίλα προειδοποίησε προεκλογικά ότι η Φινλανδία... κινδυνεύει να γίνει "η επόμενη Ελλάδα", κανείς δεν γέλασε. Τα τελευταία χρόνια οι κυβερνήσεις της χώρας ήταν από τους σκληρότερους επικριτές της χώρας μας και γενικότερα της νότιας Ευρώπης για την "απροθυμία" τους να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις. Δεν χρειάζεται όμως να είναι κανείς εξαιρετικά χαιρέκακος για να επισημάνει ότι ακόμη και οι "αυστηροί" Φινλανδοί βρίσκονται σήμερα σε πλήρη σύγχυση για το ποιες θα είναι οι μεταρρυθμίσεις αυτές που θα βγάλουν την οικονομία από το τέλμα.
Καθώς κανένα κόμμα δεν αναμένεται να εξασφαλίσει την πλειοψηφία και με δεδομένο ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποτελούν κανόνα, επικρατέστερος νικητής φαίνεται το κεντρώο ΚESKUSTA, που ευνοείται κυρίως από το γεγονός ότι δεν συμμετείχε στην προηγούμενη κυβέρνηση.
Σχεδόν όλες οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις βρίσκονταν στην κυβέρνηση. Ο κυβερνητικός συνασπισμός του 2011 αποτελείτο από τέσσερα κόμματα, το δεξιό Κόμμα Εθνικού Συνασπισμού του απερχόμενου πρωθυπουργού Αλεξάντερ Σταμπ, οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Χριστιανοδημοκράτες και το Σουηδικό Λαϊκό Κόμμα. Δύο ακόμη κόμματα, οι Πράσινοι και η Αριστερή Συμμαχία που συμμετέχει στην ευρωομάδα της Αριστεράς, συμμετείχαν αρχικά στην κυβέρνηση συνασπισμού για να αποχωρήσουν αργότερα.
Οι αυτοδημιούργητοι στην εξουσία
Με βάση τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, το κόμμα του επιχειρηματία και αυτοπροσδιοριζόμενου ως "τεχνοκράτη" Σπίλα συγκεντρώνει περίπου το 25% των προτιμήσεων. Η προεκλογική του εκστρατεία μοιάζει βγαλμένη από το πρότυπο του Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή των αυτοδημιούργητων μεγιστάνων της Ανατολικής Ευρώπης. "Έχω μεγάλη εμπειρία στο να διαχειρίζομαι επιχειρήσεις ώστε να κάνουν μεγάλες αλλαγές" ήταν το βασικό προεκλογικό του επιχείρημα.
Σε κάθε περίπτωση, για να αναλάβει το... μάνατζμεντ της Φινλανδίας, ο Σπίλα θα πρέπει να αναζητήσει συμμάχους για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Βασικός υποψήφιος με βάση τους σημερινούς συσχετισμούς είναι ακόμη ένα κόμμα που έμεινε εκτός συγκυβέρνησης: το άλλοτε καθαρά ακροδεξιό κόμμα των Αληθινών Φινλανδών που τα τελευταία χρόνια επιχειρεί μια στροφή τύπου βρετανικού UKIP, προβάλλοντας κυρίως τον ευρωσκεπτικιστικό χαρακτήρα του.
Τέσσερα χρόνια πριν, το κόμμα του Τίμο Σόινι έδειχνε έτοιμο να κλονίσει την πολιτική τάξη της χώρας, έχοντας μόλις τετραπλασιάσει τις έδρες του στο Κοινοβούλιο. Η "Helsingen Sanomat", η μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας, χαρακτήριζε τότε τον Σόινι ως "ιστορικό νικητή" των εκλογών. Ωστόσο, για τους Αληθινούς Φινλανδούς η απόφαση να μη συμμετάσχουν στην κυβέρνηση συνασπισμού έκανε μάλλον κακό, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον Αλεξάντερ Σταμπ να μονοπωλεί τις επιθέσεις προς τους "τεμπέληδες" του Νότου. Φωτογραφίες μελών με ναζιστικούς χαιρετισμούς και ξενοφοβικά μηνύματα στα κοινωνικά δίκτυα απομόνωσαν ακόμη περισσότερο το κόμμα.
Σήμερα ο Σόινι προτιμά να επικεντρώνει τα πυρά του στη μετανάστευση, την Ευρωπαική Ενωση και την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης του κοινωνικού κράτους. Το τελευταίο σημείο αποτελεί μάλλον και τη βάση συνεννόησης με το ΚESKUSTA. "Νομίζω ότι είμαστε πλέον έτοιμοι να δεχτούμε ότι θα αντιμετωπίσουμε πολύ δύσκολους καιρούς" υποστηρίζει ο Σιπίλα, ο οποίος θέλει να παγώσει τους μισθούς και να μειώσει τα προνοιακά επιδόματα μέσω μιας εκτεταμένης συμφωνίας με τα ακόμη ισχυρά συνδικάτα.
Ο Φινλανδός επιχειρηματίας δεν παραλείπει να υπενθυμίζει τη σταθερή αύξηση του κόστους εργασία χωρίς να ξεχνά και τις ώρες εργασίας των συμπατριωτών του, που υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων γερμανικών και αμερικανικών. Επαναλαμβάνει συνεχώς ότι είναι θέμα "ανταγωνιστικότητας", τη στιγμή που τα δημογραφικά στοιχεία τον διαψεύδουν κατηγορηματικά: η γήρανση του πληθυσμού στη σκανδιναβική χώρα ξεπερνά ακόμη και την αντίστοιχη γερμανική.
Καθώς η μεταπολεμική γενιά στη Φινλανδία αρχίζει να συνταξιοδοτείται, χωρίς να υπάρχει ικανός αριθμός να τους αντικαταστήσει, το ποσοστό εργαζομένων προβλέπεται να μειωθεί από το 65% σήμερα στο 58% σε δεκαπέντε χρόνια. Ωστόσο, η διάσταση αυτή αποσιωπάται συστηματικά όχι μόνο από το KESKUSTA αλλά και από τα υπόλοιπα κόμματα με την εξαίρεση της Αριστερής Συμμαχίας και των Πρασίνων.
Έτσι, η λύση για το πρόβλημα της "ανταγωνιστικότητας" δεν είναι άλλη από τις περικοπές δαπανών, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Σταμπ εφάρμοζε ήδη πολιτική λιτότητας. "Για τους περισσότερους πολίτες, το επίπεδο ζωής δεν έπεσε και πολύ αλλά γενικότερα η κατάσταση είναι άσχημη. Δεν πιστεύω ότι το κυβερνητικό πρόγραμμα λιτότητας απέδωσε" σημειώνει ενδεικτικά η 40χρονη δικηγόρος Γιοχάνα Ραούτιο στο πρακτορείο Bloomberg.
Η περίπτωση της Nokia
Ίσως το πιο ενδεικτικό παράδειγμα τόσο των αντιφάσεων όσο και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα η φινλανδική οικονομία είναι η περίπτωση της Nokia. Κάποτε πρωτοπόρος και κυρίαρχη δύναμη στην κατασκευή κινητών τηλεφώνων, η φινλανδική εταιρεία έχει βυθιστεί τα τελευταία χρόνια σε βαθιά κρίση από την οποία μοιάζει αδύναμη να ανακάμψει.
Στις αρχές της χιλιετίας, όταν η εταιρεία βρισκόταν ακόμη στο απόγειο, το προσωπικό της έφτανε σχεδόν τις 25.000 άτομα σε όλο τον κόσμο και η μετοχή της άγγιζε τα 55 ευρώ στο χρηματιστήριο του Ελσίνκι. Σήμερα δεν ξεπερνά τα 10 ευρώ και η χρηματιστηριακή αξία της έχει υποχωρήσει από τα δύο τρίτα του συνολικού όγκου των συναλλαγών στο ένα τέταρτο. Αντίστοιχη ήταν και η υποχώρηση που σημείωσε στο μερίδιο του εγχώριου ΑΕΠ.
Οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές αποδίδουν την παρακμή στο γεγονός ότι η Nokia έχασε το τρένο των εξελίξεων στις φωτογραφικές μηχανές αλλά και στα πολυεργαλεία τύπου iPhone. Βασικός παράγοντας αποδείχτηκε επίσης η όξυνση του διεθνούς ανταγωνισμού με τη δυναμική εμφάνιση παραγωγών από την Κίνα και την υπόλοιπη Ασία.
Μια παράμετρος όμως που δεν αναδεικνύεται και τόσο είναι η δραστική μείωση των κρατικών δαπανών στην τεχνολογία τα τελευταία χρόνια. Οι δημόσιες επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες ήταν αναμφίβολα μία από τις βασικές αιτίες για την ανάδειξη της Nokia σε παγκόσμια δύναμη στην αγορά κινητών. Η πρόσδεση στο άρμα του Βερολίνου και η εμμονή με τις περικοπές έπαιξε, όπως είναι επόμενο, καθοριστικό ρόλο, με αποτέλεσμα η Nokia να αποτελεί ίσως την πιο θεαματική, αν και σχετικά αθέατη, απώλεια της λιτότητας.