Για τον νομπελίστα οικονομολόγο Πολ Κρούγκμαν η πρόταση Βαρουφάκη -που δεν μιλά πλέον για ονομαστική διαγραφή χρέους, αλλά για ανταλλαγή με δύο ειδών ομόλογα: ένα με ρήτρα ανάπτυξης και ένα χωρίς ημερομηνία λήξης- είναι απολύτως λογική. Και η Γερμανία θα ήταν παράλογη αν την απορρίψει.
«Απ' ό,τι κατάλαβα από τις τελευταίες δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης», γράφει ο Κρούγκμαν στη "New York Times", «ο Γιάνης Βαρουφάκης λέει πως δεν ενδιαφέρεται για το τι θα συμβεί με την ονομαστική αξία του χρέους. Αυτό που θέλουν, αντίθετα, είναι μια σημαντική, αλλά όχι τεράστια χαλάρωση της απαίτησης για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, από το 4,5% στο 1% με 1,5% του ΑΕΠ. Επιπλέον, θέλουν ευελιξία για την επίτευξη αυτών των πλεονασμάτων, με ένα μείγμα που να περιλαμβάνει περισσότερα έσοδα και λιγότερες περικοπές στα έξοδα».
Ο Αμερικανός οικονομολόγος θυμίζει ότι και ο ίδιος έχει διατυπώσει την άποψη ότι, δεδομένου πως το χρέος δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθεί εξ ολοκλήρου και άρα η συζήτηση αφορά τον τρόπο που θα αποπληρωθεί τμήμα του, θα πρέπει να δοθεί στην Ελλάδα κάποια ευελιξία (αλλά όχι απάλειψη) σε ό,τι αφορά τον όρο για την επίτευξη μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων, προκειμένου να δημιουργηθεί χώρος για ανάκαμψη.
«Αυτό είναι που ζητά η Ελλάδα τώρα» παρατηρεί ο Κρούγκμαν και συνεχίζει: «Δεν μπορώ να φανταστώ σε ποια βάση θα μπορούσε η Γερμανία να αρνηθεί, χωρίς συζήτηση, αυτή την πρόταση. Εάν η θέση της Γερμανίας είναι ότι το χρέος πρέπει πάντα να αποπληρώνεται εξ ολοκλήρου, χωρίς καμία ουσιαστική ανακούφιση, ακόμα κι αν αποτρέπεται μια διαγραφή, τότε η θέση αυτή είναι βασικά παράλογη, τρελή και όλες οι διαβεβαιώσεις ότι η Γερμανία έχει επίγνωση της πραγματικότητας θα αποδειχτούν λανθασμένες».
Και ο Κρούγκμαν καταλήγει: «Αν η Γερμανία πιστεύει ότι οι Έλληνες απαιτούν πολλά, η απάντηση είναι ότι βρισκόμαστε σε διαπραγμάτευση. Ελπίζω σε μια διαπραγμάτευση που δεν βασίζεται στην απειλή ότι η ΕΚΤ θα καταστρέψει τις ελληνικές τράπεζες. Το θέμα τώρα είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει μια λογική πρόταση. Η επόμενη κίνηση πρέπει να γίνει από τους πιστωτές».