Ανταπόκριση: Πάνος Χαρίτος
Οι εκλογές της προηγούμενης εβδομάδας στη Συρία δεν θα μπορούσαν να μην αναδείξουν τον Μπασάρ Αλ Άσαντ νικητή. Έχοντας ανακτήσει ένα μεγάλο μέρος των χαμένων εδαφών από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, θα ήταν αδιανόητο να μην τερμάτιζε πρώτος στην κούρσα της προεδρικής εκλογής.
Το δεδομένο ότι οι εκλογές διεξήχθησαν μόνο σε περιοχές οι οποίες ελέγχονται από τις δυνάμεις του καθεστώτος εγείρει ερωτήματα για τη νομιμοποίηση της διαδικασίας. Ωστόσο, αν δεχθούμε ως αξίωμα πως ακόμα και τις καλές εποχές της Συρίας -δηλαδή πριν από τον εμφύλιο- ο Άσαντ σάρωνε με ποσοστά 90% και πλέον, δεν αξίζει στα αλήθεια να σταθούμε στην αξιοπιστία της διαδικασίας ή του εκλογικού αποτελέσματος, το οποίο, αν και 88%, χαρακτηρίστηκε χαμηλό από αρκετούς Σύρους, σε μια προσέγγιση με αρκετό χιούμορ.
Επί της ουσίας οι εκλογές αυτές ήταν ένα ανέκδοτο. Για να ακριβολογούμε ήταν ανέκδοτο για τη διεθνή κοινότητα -με εξαίρεση Ιράν και Ρωσία, οι οποίοι απέστειλαν παρατηρητές για να νομιμοποιήσουν τη διαδικασία-, ήταν όμως κάτι σημαντικό για το καθεστώς Άσαντ. Μια ένεση αισιοδοξίας για τους στρατιώτες και την κοινότητα των Αλαουιτών που βλέπουν πρόοδο στις μάχες, αλλά δεν βλέπουν το τέλος του πολέμου να πλησιάζει.
Οι στρατιωτικές επιτυχίες και η ανακατάληψη αρκετών περιοχών μετά από τρία χρόνια πολέμου μπορεί να χρησιμοποιείται από το καθεστώς για να τονώσει το ηθικό των πιστών σε αυτό, εντός και εκτός της χώρας, δεν σχετίζεται όμως στο ελάχιστο με την πραγματικότητα.
Στο βόρειο τμήμα της Συρίας εξακολουθούν να κυριαρχούν οι ένοπλες ομάδες είτε της αντιπολίτευσης είτε των ισλαμιστών είτε της Αλ Κάιντα, έστω κι αν ο Άσαντ προβάλλει ως επίτευγμα την ανακατάληψη των πόλεων.
Στην πραγματικότητα πέρα από τις πόλεις δεν ελέγχει τίποτα περισσότερο και μπορεί οι σποραδικές πλέον επιθέσεις των ανταρτών να μην απειλούν ουσιαστικά τις δυνάμεις του, αυτό όμως δεν συνάδει με την επινίκια ρητορική που προωθεί το καθεστώς.
Το μεγάλο στοίχημα την επομένη των εκλογών για τον Άσαντ δεν είναι άλλο από την κατανόηση της πραγματικότητας.
Αν στα αλήθεια ο ίδιος πιστεύει ότι κερδίζει τον πόλεμο και πως οι εκλογές «φάρσα» τον νομιμοποιούν απέναντι στον ίδιο του τον λαό και τη διεθνή κοινότητα, τότε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει θα λάβουν λίαν συντόμως άλλον χαρακτήρα.
Οι όποιες επιτυχίες του σε στρατιωτικό επίπεδο οφείλονται κατά κύριο λόγο στη στήριξη Ρωσίας και Ιράν.
Το Ιράν, ωστόσο, έχει ανοίξει διάλογο με την Ουάσιγκτον για μια σειρά από ζητήματα. Ένα εξ αυτών είναι και το θέμα της Συρίας. Η Αμερική για την ώρα προγραμματίζει την επανασύσταση των ένοπλων ομάδων της αντιπολίτευσης, την εκπαίδευσή τους από το ήδη υπάρχον κλιμάκιο της CIA στην περιοχή και υπό προϋποθέσεις, τον εξοπλισμό τους. Πιθανή νίκη των ανταρτών στη Συρία θα μετέτρεπε τη χώρα σε ένα νέο Ιράκ.
Ο πραγματικός στόχος της Ουάσιγκτον δεν είναι η κλιμάκωση των μαχών, αλλά η διατήρηση του μετώπου, ώστε να προωθήσουν ταυτόχρονα μια πολιτική λύση.
Έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής την επαναπροσέγγιση Ιράν - Σαουδικής Αραβίας και ήδη οι δυο χώρες προωθούν μια κοινά αποδεκτή λύση αναφορικά με τον επόμενο πρόεδρο του Λιβάνου - το γεγονός αυτό θα επηρεάσει άμεσα τις εξελίξεις στη Συρία. Επί του παρόντος οι ΗΠΑ δεν πιέζουν την Τεχεράνη, ιδιαίτερα για το θέμα της Συρίας.
Αυτό θα συμβεί όταν θα υπάρχει μια ικανή προσωπικότητα που θα μπορούσε να αποτελέσει την πρόταση αντικατάστασης του Άσαντ και μάλλον θα χρειαστεί χρόνος για να προκύψει.
Επίσης θα χρειαστούν πολύ περισσότεροι εταίροι για να επιβάλουν εκεχειρία στις πολλές και διαφορετικού χαρακτήρα ένοπλες ομάδες που δρουν στη χώρα.
Η μόνη ασφαλής πρόβλεψη για την ώρα είναι πως η πτώση του Άσαντ δεν αποτελεί και τόσο κοντινό σενάριο.
Ο ίδιος θα επιδιώξει τη δημιουργία συμμαχιών με τις μειονοτικές ομάδες που βρίσκονται εκτός του σουνιτικού τόξου και, βεβαίως, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, δεν θα ήταν παρακινδυνευμένη η εκτίμηση πως ο πόλεμος στη Συρία βρίσκεται ακόμα σε «εφηβικό» στάδιο.