TOY AΛΕΚΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στην Ελλάδα έχει ακυρωθεί. Επί της ουσίας δεν κατάφερε ποτέ να λειτουργήσει με όρους αγοράς, δηλαδή να επιβιώσει στη βάση του παραγόμενου προϊόντος. Διαρκώς επιβίωνε με κρατικές παρεμβάσεις που διαστρέβλωναν τους όρους του ανταγωνισμού και διαμόρφωσαν ένα νοσηρό τοπίο από αθλητικούς θεσμούς και παράγοντες οι οποίοι λειτουργούν παρασιτικά.
Ακόμη και το πάλαι ποτέ κυρίαρχο ΠΟΚ, ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός και η ΑΕΚ, στο οποίο επένδυσαν ισχυροί οικονομικοί παράγοντες της χώρας, με αντίστοιχη πολιτική επιρροή, ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα βιώσιμο ποδοσφαιρικό προϊόν. Οι λιγοστές προσπάθειες εκσυγχρονισμού και άντλησης πόρων από τη βελτίωση του ποδοσφαιρικού θεάματος και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς του είναι η εξαίρεση σε έναν κανόνα ποδοσφαιρικής κυριαρχίας με γενναίες κρατικές διευκολύνσεις και κυρίως με αξιοποίηση ενός δικτύου "ημέτερων" αθλητικών υποτελών.
Το "οικοδόμημα" αυτό σε συνθήκες κρίσης έχασε και τις προσχηματικές ισορροπίες του, καθώς οδηγήθηκε στη «μονοκρατορία» του Ολυμπιακού εξαιτίας της τεράστιας διαφοράς σε έσοδα και επενδύσεις που έχει πλέον η πειραϊκή ΠΑΕ από τους άλλους δύο (συν... έναν) παραδοσιακούς διεκδικητές της ποδοσφαιρικής "ηγεμονίας". Αυτή η κατάσταση ακυρώνει το νόημα της υγιούς συλλογικής ποδοσφαιρικής αναμέτρησης παγιώνοντας σύνδρομα ταξικής -αλλά και "γεωγραφικής"- αδικίας, τα οποία με την πρώτη αφορμή ξεσπούν βίαια στο ίδιο το παιχνίδι και το ακυρώνουν.
Η κατάσταση έχει γίνει πλέον σοβαρή και επικίνδυνη κι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η κρίση κατέβαλε έναν άρρωστο ποδοσφαιρικό οργανισμό με τρόπο αντίστοιχο αυτού με τον οποίο εξάρθρωσε τον ευρύτερο αντιπαραγωγικό οικονομικό και πολιτικό ιστό της χώρας. Υπ' αυτή την έννοια η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του παιχνιδιού δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο μέσα από σοβαρές τομές, που θα ενισχύουν τη διαμεσολαβητική εγκυρότητα του κράτους και των ποδοσφαιρικών θεσμών, αλλά και θα διασφαλίζουν την ποδοσφαιρική παραγωγική ανασυγκρότηση και βιωσιμότητα.
Η διαμεσολαβητική εγκυρότητα του κράτους και των θεσμών είναι το μεγάλο στοίχημα μιας διαδικασίας σύγκρουσης με τις κατεστημένες δομές και εξυγίανσης, την οποία η κυβέρνηση έχει ξεκινήσει. Η ποδοσφαιρική παραγωγική ανασυγκρότηση, ωστόσο, είναι το ζητούμενο που μόνο μια ευρεία συναίνεση υγιών ποδοσφαιρικών, θεσμικών και επιχειρηματικών -ατομικών ή και κοινωνικών- δυνάμεων μπορεί να υπηρετήσει. Δυνάμεων που θα πρέπει να συγκλίνουν επάνω σε μια δέσμη μέτρων τα οποία χρειάζονται για να επιβληθούν προδιαγραφές, κυρίως, στους άξονες:
1. Των εργασιακών δικαιωμάτων των ποδοσφαιριστών, των προπονητών και κάθε είδους εργαζομένων στις ποδοσφαιρικές εταιρείες.
2. Της βελτίωσης του ποδοσφαιρικού έργου και της ελληνικής ποδοσφαιρικής ανταγωνιστικότητας.
3. Της βελτίωσης των συνθηκών του ποδοσφαιρικού θεάματος.
Τα μέτρα επάνω σε αυτούς τους άξονες μπορούν, σε μεγάλο βαθμό από μόνα τους, να ορίσουν την τέταρτη και πιο ουσιαστική παρέμβαση, που είναι το μέγεθος της ελάχιστης οικονομικής επένδυσης που θα πρέπει να απαιτείται για να δικαιολογεί η κάθε ομάδα τη βιώσιμη παρουσία της σε επαγγελματική κατηγορία. Τα τελικά οικονομικά μεγέθη μιας υγιούς ποδοσφαιρικής εταιρείας δεν μπορούν παρά να είναι συνάρτηση των απαραίτητων προαπαιτουμένων επάνω στους τρεις άξονες και των πραγματικών δυνατοτήτων και προοπτικών της ελληνικής ποδοσφαιρικής αγοράς.
Ο δρόμος αυτός, της εξυγίανσης και παραγωγικής ανασυγκρότησης του επαγγελματικού ελληνικού ποδοσφαίρου, ενιαίος και αδιαίρετος, είναι μονόδρομος. Ενδεχομένως και να απαιτεί την πλήρη κατάρρευση του σημερινού μορφώματος. Σε κάθε περίπτωση, αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξουν οι «κτίστες του μέλλοντος». Να την ανοίξουν με απεριόριστη εμπιστοσύνη στις υγιείς δυνάμεις του ελληνικού ποδοσφαίρου, στον Έλληνα ποδοσφαιριστή, στον αγνό φίλαθλο, αλλά και στον επενδυτή που αντιλαμβάνεται τα συγκριτικά πλεονεκτήματα μιας επένδυσης στο ποδόσφαιρο στην Ελλάδα και απογοητεύεται από τη σημερινή κατάσταση.