Live τώρα    
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ: / Γιάννης Χουβαρδάς: "Ζούμε σε μια κοινωνία που παράγει βία..."
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ: / Γιάννης Χουβαρδάς: "Ζούμε σε μια κοινωνία που παράγει βία..."

Συναντήσαμε τον Γιάννη Χουβαρδά στο φουαγέ του θεάτρου Ολύμπια, μια βροχερή μέρα που δεν επέτρεπε πρόβα στο Ηρώδειο. Ήρεμος μετά από μια δύσκολη εξαετία στο τιμόνι της πρώτης κρατικής σκηνής, στοχαστικός, ετοιμάζεται να παρουσιάσει την πρώτη του σκηνοθεσία όπερας επί ελληνικού εδάφους, που θα κάνει πρεμιέρα την Τετάρτη, με τον Ντον Τζιοβάνι του Μότσαρτ. Τα όρια που θέτει η όπερα, αλλά και η δική του ανάγνωση πάνω στον εμβληματικό οπερατικό χαρακτήρα, βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης. Όσο για το μέλλον, δεν επιθυμεί πια να ταυτίζει τη ζωή με τη δουλειά του. Όμως κατά βάθος η ανάγκη της συλλογικότητας δεν θα τον εγκαταλείψει εύκολα...

Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη

* Σκηνοθετείτε όπερες εδώ και 15 χρόνια, όμως είναι η πρώτη σας στην Ελλάδα. Γιατί αργήσατε τόσο;

Μέχρι πριν από μερικά χρόνια στην Ελλάδα υπήρχε η αίσθηση ότι είμαι αποκλειστικά θεατρικός σκηνοθέτης. Από την άλλη, ακόμη κι αν μου γινόταν κάποια πρόταση, δεν θα το τολμούσα. Μόνο το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει ανοίγματα και η Λυρική Σκηνή, με τον Μύρωνα Μιχαηλίδη, αρχίζει να παίρνει τη μορφή ενός θεάτρου που μπορεί να σταθεί σε διεθνή πλαίσια. Η πρόταση ήρθε λοιπόν την κατάλληλη στιγμή.

* Η όπερα διαθέτει έναν συντηρητικό πυρήνα, επιτρέπει λιγότερες ελευθερίες απ' ό,τι το θέατρο. Αυτό σας θέτει όρια που δεν μπορείτε να υπερβείτε;

O χώρος της όπερας, λόγω της ιστορίας της, της φύσης του είδους, είναι πιο συντηρητικός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν σου δίνει δημιουργικές δυνατότητες και διεξόδους. Απαιτείται αυτογνωσία μέχρι πού μπορεί να φτάσεις, σε σχέση με τους λυρικούς τραγουδιστές, το θέατρο, το κοινό. Αν αυτά τα έχει κανείς στο πίσω μέρος του μυαλού του, μπορεί να αφεθεί να κάνει κάτι καινούργιο, πρωτότυπο, ενδεχομένως τολμηρό, που δεν περιμένει το κοινό, και παρ' όλα αυτά να δημιουργήσει θετικές αντιδράσεις.

* Θα είχατε κάτι παρόμοιο στο μυαλό σας αν είχατε να κάνετε με αρχαία τραγωδία;

Το ίδιο συμβαίνει όταν πηγαίνει κανείς στην Επίδαυρο, όπου συναντά ένα τεράστιο κοινό. Είναι υποχρεωμένος να απευθυνθεί σε αυτό. Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει νόημα να κάνεις μια παράσταση που θα φέρνει το κοινό σε δύσκολη θέση και θα το αναγκάσει να φερθεί με τρόπο εχθρικό απέναντι σε όσα έχεις ιδρώσει τόσους μήνες να δημιουργήσεις. Έχει όμως νόημα, με προσεκτικό τρόπο, να το ωθείς μέχρι τα όριά του και να τα δοκιμάζεις. Αυτό είναι δημιουργικό και για το ίδιο το κοινό.

* Πρώτη φορά σκηνοθετείτε όπερα σε ανοιχτό χώρο. Το Ηρώδειο συνιστά πρόκληση;

Δεν είναι ο χώρος που θα ονειρευόμουν, αφενός λόγω προβλημάτων ακουστικής, αφετέρου λόγω της έντονης εγγύτητας του σκηνικού οικοδομήματος. Δεν έχει τον ανοιχτό ορίζοντα της Επιδαύρου. Είτε θα αφεθεί κανείς να τον «καταπιεί» το μνημείο είτε θα κάνει κάτι που εικαστικά θα έρχεται σε αντίθεση με αυτό, όπως καταλήξαμε με τη σκηνογράφο Εύα Μανιδάκη. Φτιάξαμε μια ρεαλιστική κατασκευή, με φυσικά υλικά, που μοιάζει με εργοτάξιο συντηρητών, με αληθινό κυβόλιθο, στύλους ηλεκτρικού, ένα πραγματικό κοντέινερ κ.λπ.

Αναπαριστά μια μικρή πλατεία, έναν ανοιχτό δημόσιο χώρο δηλαδή, όπου, καταργώντας τη δραματουργική εναλλαγή των χώρων, οι ήρωες έρχονται και επανέρχονται, σαν κάτι να τους τραβάει σε αυτόν τον αρκετά ωμό, οπτικά, χώρο. Πιστεύω πως έτσι θα μεταδοθεί στον θεατή η αίσθηση ότι μιλάμε για μια πολύ σκληρή και βίαιη κοινωνία. Αυτό είναι που με ενδιέφερε, όχι ο Ντον Τζιοβάνι ο καρδιοκατακτητής.

* Θα βλέπατε στον Ντον Τζιοβάνι ένα πρότυπο του άπληστου και κατακτητικού ανθρώπου της νεωτερικότητας;

Ζούμε σε μια κοινωνία όπου το κεντρικό ζητούμενο είναι η ιδιοκτησία, η οποία, κατά την άποψή μου, παράγει βία, η οποία στις μέρες μας κορυφώνεται. Ζούμε σε μια πολύ βίαιη κοινωνία... Βλέπω λοιπόν τον Ντον Τζιοβάνι όχι μόνο σαν έναν θύτη, αλλά και σαν θύμα αυτής της κοινωνίας. Το ψυχαναλυτικό υπόβαθρο του χαρακτήρα δεν μας δίνεται από καμία πηγή, όμως εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ένας άνθρωπος που σκοτώνει, βιάζει, χτυπάει αλύπητα, που οι κατακτήσεις του στηρίζονται στη βία, κάποια στιγμή πρέπει να υπέστη πολύ έντονη βία. Μελετώντας την όπερα, έβλεπα καθαρά μια αλυσίδα βίαιων πράξεων, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή, την οποία άλλωστε ο ίδιος προκαλεί.

* Σε ποιο ιστορικό και χρονικό πλαίσιο τοποθετείται η δική σας ανάγνωση;

Είναι μια παράσταση διαχρονική, χωρίς να αρνείται την πιθανότητα να διαδραματίζεται ακόμη και σήμερα. Ο Ντον Τζιοβάνι έχει μια συμβολική θέση, γιατί θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς στη θέση του. Πάνω μας έχει ασκηθεί βία και στην καθημερινότητά μας ασκούμε βία, έστω σε μικρή κλίμακα. Καθώς στις μέρες μας αυτό βρίσκεται σε μεγάλη έξαρση, δεν αρνούμαι ότι είναι μια ερμηνεία που μπορεί να μιλάει για τη σημερινή Ελλάδα.

* Έχετε κάνει λόγο για τη «σκοτεινή έλξη» που ασκεί ο Ντον Τζιοβάνι...

Είναι ένας χαρακτήρας που μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Η γοητεία του έγκειται στο ότι είναι ταυτόχρονα και θετικός και αρνητικός. Η «σκοτεινή έλξη» δεν σημαίνει ότι προκαλεί μόνο θετικά συναισθήματα. Οι γυναίκες του έργου, π.χ., βλέπουν καθαρά με ποιον έχουν να κάνουν, όμως τις έλκει και κρατούν εντελώς αμφίθυμη στάση απέναντί του.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην πολιτική σκηνή: υπάρχουν κόμματα που ασκούν μια σκοτεινή γοητεία σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, το οποίο έχει συνείδηση ότι δεν του ταιριάζει απόλυτα αυτό το σχήμα, αλλά το επιλέγει για να τιμωρήσει κάποιους άλλους ή τον εαυτό του...

* Έχετε πει πολλές φορές ότι με τη λήξη της θητείας σας στο Εθνικό έκλεισε ένας κύκλος. Αυτό σημαίνει ότι ένας άλλος ανοίγει;

Είμαι σε μια ηλικία που θέλω να ζήσω κάποια πράγματα που μέχρι τώρα δεν μπόρεσα, γιατί για πολλές δεκαετίες ταύτιζα τη ζωή μου με τη δουλειά μου. Θέλω λοιπόν να αφήσω ανοιχτό το πεδίο... Μπορούμε να πούμε ότι αυτός είναι ένας νέος κύκλος, αλλά δεν μπορώ να τον περιγράψω επακριβώς.

* Η αίσθηση της συλλογικότητας, μέσα στην οποία κινηθήκατε τα τελευταία 25 χρόνια, δεν σας λείπει;

Επειδή η πολύ έντονη εμπειρία του Εθνικού, που απορρόφησε πολλές από τις δυνάμεις μου, είναι πρόσφατη, δεν το αισθάνομαι ακόμα, πιθανόν όμως στο μέλλον να την αναζητήσω. Εκ φύσεως έχω την τάση να οργανώνω σύνολα και συλλογικές προσπάθειες, με στόχο μια δυναμική πιο έντονη από τις μοναχικές απόπειρες.

* Αν σας πρότειναν κάτι ανάλογο, θα δεχόσασταν;

Μου έχουν προτείνει και δεν το δέχτηκα. Όπως επίσης με έχουν βάλει σε πειρασμό, χωρίς να ενδώσω, να ξεκινήσω πάλι κάτι σαν το "Αμόρε". Είναι πολύ νωρίς, μέσα μου ακόμα κατασταλάζουν οι εμπειρίες του Εθνικού. Έχουμε δρόμο μπροστά μας...

* Δεν ανησυχείτε για την τύχη της κληρονομιάς που αφήνετε πίσω σας;

Πιστεύω πως αυτό που μπορούσα να κάνω το έκανα. Οδήγησα το καράβι, σε κάποιο λιμάνι κατέβηκα, το καράβι όμως θα συνεχίσει. Αν ο καπετάνιος και το πλήρωμα θέλουν να το πάνε στην ίδια ή την άλλη κατεύθυνση, είναι δικό τους θέμα. Εγώ μπορώ να βλέπω και να χαίρομαι ή να στενοχωριέμαι, αλλά μέχρις εκεί. Δεν θέλω να έχω την ευθύνη μιας γενιάς... Άλλωστε όσοι συνεργαστήκαμε στο "Αμόρε" ή στο Εθνικό είναι ενσυνείδητοι καλλιτέχνες και οι επιλογές είναι δικές τους...

info

ΝΤΟΝ ΤΖΟΒΑΝΙ. Β. Α. Μότσαρτ. Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς. Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός. Σκηνικά: Eύα Μανιδάκη. Κοστούμια: Iωάννα Τσάμη. Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος. Διευθυντής Χορωδίας: Aγαθάγγελος Γεωργακάτος. Ερμηνεία: Φρ. Πομπόνι - Δ. Σούρμπης, Τσ. Κοστέα - Μ. Λ. Μπόρσι, Χρ. Σταμπόγλης - Χ. Φαρδίγια, Μ. Παπαθανασίου - Φρ. Ντότο, A. Κορωναίος - Μ. Νκούνα, Δ. Καβράκος - Τ. Αποστόλου, Π. Μαγουλάς, Μ. Μητσοπούλου. Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 11, 13- 15/6.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0