"...Τι έγινε με την Ελλάδα; Πέτυχε ή απέτυχε το Μνημόνιο; Είναι η Ελλάδα success story ή είναι τραγωδία που δεν πρέπει να επαναληφθεί πουθενά αλλού στην Ευρώπη;".
Το ρητορικό αυτό ερώτημα έθεσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας μιλώντας το απόγευμα της Παρασκευής σε κομματικά στελέχη από την Αττική. Αυτό είναι και το υπ' αριθμόν ένα δίλημμα, στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν οι ψηφοφόροι στην τριπλή κάλπη του Μαΐου. Τα προσωπικά βιώματα ενός εκάστου πολίτη προφανώς και απαντούν, αλλά, πέραν αυτών, απαντά και η "σκληρή" γλώσσα των αριθμών, που όσο και αν τη φτιασιδώνει ο πρωθυπουργός, δεν μπορεί να αλλάξει κατά πολύ.
Τα συγκλονιστικά στοιχεία από κοινωνικο-οικονομικούς δείκτες -έτσι όπως μας τα παραθέτει ο Δημήτρης Λιάκος, υπεύθυνος Δημοσιονομικών του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ- έχουν ως εξής:
Η ανεργία από 8,6% (που ήταν το 2008), σήμερα φτάνει το 27,6%, με επιμέρους δείκτες να είναι ακόμη χειρότεροι. Η μακροχρόνια ανεργία ξεπερνά το 70%, η ανεργία στους νέους ώς 24 χρόνων είναι κάτι παραπάνω από 55%.
Εξίσου ανησυχητικά τα συμπεράσματα από τον δείκτη σχετικής φτώχειας: το 2012 ήταν στο 23,1%, που είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη των "28". Ειδικότερα 3,8 εκατομμύρια άνθρωποι (ένας στους 3 πιο απλά) τελεί σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού. Πρόκειται για το 4ο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. (μετά τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Λετονία). Το 50% των φτωχών έχει ατομικό εισόδημα κάτω των 4.000 ευρώ τον χρόνο (και προφανώς κάποιοι από αυτούς, πολύ πιο κάτω). Πληθυσμός ενός εκατομμυρίου ατόμων ανήκει σε νοικοκυριά στα οποία είτε δεν εργάζεται κανένα μέλος είτε εργάζεται για λιγότερο από τρεις μήνες τον χρόνο (στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος).
Από το 2010 ώς τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, η μείωση του πραγματικού κατώτατου μισθού άγγιξε το 23,8%, ενώ είναι δηλωτικό ότι ο ελληνικός κατώτατος μισθός μειώθηκε μέσα στη μνημονιακή τετραετία στο 75% του αντίστοιχου πορτογαλικού. Σε συνδυασμό με την αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά 7,6% (από το 2010), η σωρευτική μείωση της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών ανά μισθωτό, προσεγγίζει το 22,1%. Ενώ το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε σωρευτικά κατά 23% (από το 2007), που ήταν και το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, και κατά 30%, αν το υπολογίσει κανείς από τον χρόνο ψήφισης του πρώτου Μνημονίου.
Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, σε τρέχουσες τιμές, οι αποδοχές εργασίας μισθωτών και αυτοαπασχολουμένων μειώθηκαν κατά 41 δισ. την περίοδο 2010-2013, αν και η πραγματική μείωση ήταν εν τέλει μεγαλύτερη λόγω της αυξημένης άμεσης και έμμεσης φορολογίας.
Την ίδια στιγμή, μισθωτοί και συνταξιούχοι επωμίστηκαν, αποκλειστικά σχεδόν, όλο το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Παρότι το μέσο δηλωθέν εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων μειώθηκε κατά 18% (2011) σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος (2010), η μέση φορολογική τους επιβάρυνση αυξήθηκε κατά 52%!
Σε άλλους δείκτες, η πτώση της εγχώριας ζήτησης ήταν δραματική, στο 31,3% (από το 2009). Ακόμη, αυξήθηκαν τα επισφαλή δάνεια, τα οποία από το 5% (2008) έφτασαν σήμερα να ξεπερνούν το 31%, ενώ η μέση μείωση της αξίας των ακινήτων το 33,4% (από το 2008).
Σε όλες τις παραπάνω θυσίες, υπήρχε όμως και το... αντίτιμο: Το δημόσιο χρέος από 107,2% (2008) σήμερα βρίσκεται στο δυσθεώρητο... 171,8%!
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ