Των Leo Lewis (Τόκιο), Tom Mitchell και Yuan Yang (Πεκίνο)
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας έχει μελετήσει ιδιαίτερα την ιστορία του Κ.Κ. της ΕΣΣΔ ώστε να μην έχει την ίδια μοίρα. Σε μια κλειστή συνεδρίαση, μετά την ανάληψη της εξουσίας το 2012, ο Πρόεδρος Σι Ζίπινγκ δήλωσε ότι κανένας δεν ήταν «όσο έπρεπε άνδρας» για να ορθώσει το ανάστημά του στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και στην γκλάσνοστ.
Αλλά ίσως αξίζει τη μεγαλύτερη προσοχή του κυρίου Σι ένα άλλο ιστορικό γεγονός της ίδιας εποχής. Έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε που στην Ιαπωνία άρχισε να δημιουργείται μια χρηματιστηριακή φούσκα ακινήτων, η οποία, όταν κατέρρευσε, διέλυσε την εμπιστοσύνη του κοινού, λύγισε επιχειρήσεις και τρόμαξε την οικονομία επί δεκαετίες. Προτεραιότητα της Κίνας σήμερα είναι να αποφύγει αυτή την τύχη.
Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο για το Πεκίνο. Το 2010, καθώς το συνολικό χρέος της Κίνας πλησίαζε το 200% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, ο κύριος Σι, ο οποίος ήταν τότε αντιπρόεδρος της χώρας, ζήτησε από την κεντρική κομματική σχολή να ερευνήσει το θέμα, όπως λένε δύο Κινέζοι ακαδημαϊκοί που γνωρίζουν για το αίτημά του. Το σχετικό πόρισμα περιέγραψε μερικά από τα μαθήματα που προέκυψαν από την ιαπωνική φούσκα, όπως την ανάγκη να αυξηθεί από το Πεκίνο το επίπεδο της αντίληψης για τους οικονομικούς κινδύνους, να διασφαλιστεί η «οικονομική κυριαρχία» και να μην υποχωρεί η χώρα στις πιέσεις για αλλαγή της νομισματικής πολιτικής της.
Πέρασαν επτά χρόνια από τότε και το συνολικό χρέος της Κίνας είναι 250% του ΑΕΠ με ανοδικές τάσεις, αξιωματούχοι προσπαθούν να χαλιναγωγήσουν τις τιμές των ακινήτων που βρίσκονται στα ύψη, ενώ η κυβέρνηση προσπαθεί να ελέγξει τις επιπτώσεις από τη φούσκα του χρηματιστηρίου που έσκασε το 2015. Τον περασμένο μήνα ο κύριος Σι προειδοποίησε την ηγεσία της χώρας ότι πρέπει να «διαφυλάξουν την οικονομική ασφάλεια».
Αλλά πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να μετατραπεί η Κίνα σε Ιαπωνία; Μήπως η Κίνα, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, κινδυνεύει να έχει την τύχη που είχε η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου το 1989, δηλαδή «χαμένες δεκαετίες» τύπου Ιαπωνίας; Αν ο γιγάντιος γείτονας της Ιαπωνίας έχει την ίδια μοίρα, οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές για την παγκόσμια οικονομία. Η Κίνα συμβάλλει κατά 40% στην ετήσια παγκόσμια ανάπτυξη. Επίσης, αγοράζει λίγο πάνω από το 20% των αμερικανικών εξαγωγών, ίδιο με το ποσοστό της Ιαπωνίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980.
Ο Ναοχίκο Μπάμπα της Goldman Sachs και άλλοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι το Πεκίνο πρέπει να πάρει μαθήματα από τη φούσκα της Ιαπωνίας και τις τρομακτικές ομοιότητες σε διάφορα θέματα, από το επίπεδο των εταιρικών χρεών μέχρι τις ώρες αιχμής στις μετακινήσεις των μεσαίων στελεχών στην Κίνα. Ωστόσο, υπάρχουν άλλοι, όπως ο Άντι Ρόθμαν, αναλυτής στρατηγικών επενδύσεων στη Matthews Asia, που επιμένουν ότι οι διαφορές είναι πολύ περισσότερες από τις ομοιότητες. Η μοναδική πραγματική αξία των συγκρίσεων, λέει, συνίσταται στο «να καθησυχάζουν τους ανθρώπους».
Μια σύντομη απάντηση -την οποία συχνά προτιμούν τόσο οι ξένοι επενδυτές που έχουν ρισκάρει δισεκατομμύρια δολάρια όσο και το κινεζικό κράτος με πληθυσμό 1,4 δισ. ανθρώπων- είναι πως καλύτερα να πάρεις στα σοβαρά τον κίνδυνο της φούσκας, παρά να συμπεράνεις πως αυτή τη φορά η κατάσταση είναι διαφορετική. Η Κίνα έχει περάσει ήδη διάφορα ορόσημα που φέρνουν στον νου την Ιαπωνία της δεκαετίας του 1980. Μερικά, όπως η αναλογία του ιδιωτικού χρέους προς το ΑΕΠ, που έφτασε σε παρόμοια επίπεδα της τάξης του 155%, είναι τεχνικά. Άλλα είναι περισσότερο επιφανειακά: η γιαπωνέζικη ασφαλιστική εταιρεία Yasuda Kasai είχε δώσει 40 εκατομμύρια δολάρια για τα Ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ το 1987, ενώ ο Κινέζος δισεκατομμυριούχος Λιου Γικιάν αγόρασε έναν πίνακα του Μοντιλιάνι για 170 εκατομμύρια δολάρια.
Παρόμοια πρότυπα
Για πολλούς παρατηρητές, οι συγκρίσεις ανάμεσα σε συμπεριφορές που μοιάζουν με φούσκες ήταν συχνά εύκολες. Και οι δύο χώρες έχουν δείξει παρόμοιες υπερβολές στην απόκτηση περιουσιακών στοιχείων. Και οι δύο έχουν πληρώσει πολλά για να αγοράσουν υπερπόντιες περιουσίες. Η Mitsubishi Estate κατέβαλε 900 εκατ. δολάρια για το 51% του Rockefeller Center της Νέας Υόρκης το 1989, ενώ η CC Land πλήρωσε φέτος το ποσό ρεκόρ των 1,15 δισ. δολαρίων για το μέγαρο Cheesegrater του Λονδίνου κι αυτή είναι μόνο μία από τις συμφωνίες που αφορούν τις υπερπόντιες αγορές από κινεζικούς ομίλους.
Την περιέργεια των αναλυτών κινούν ιδιαίτερα οι ομοιότητες ανάμεσα στο “zaitech”, τις επιχειρηματικές τεχνικές οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να αυξάνονται τα μη επιχειρηματικά κέρδη που τροφοδότησαν τις κερδοσκοπικές επενδύσεις των ιαπωνικών επιχειρήσεων και τις αντίστοιχες κινέζικες που περιλαμβάνουν τη διαχείριση ταμείων και καταπιστευμάτων.
Αν ο δείκτης μιας αληθινής φούσκας είναι οι ασυνήθιστες επενδύσεις, αρκεί να δεις την τιμή παραγωγού του Old Banzhang, το οποίο θεωρείται ένα από τα καλύτερα είδη τσαγιού. Εκτοξεύθηκε σχεδόν 90% τον περασμένο χρόνο σε 15.000 Rmb (2.174 δολάρια) το κιλό, δηλαδή τέσσερις φορές ακριβότερο από το ασήμι. Το 1987 ένα παρόμοιο κοκτέιλ επίδειξης και κερδοσκοπίας εκτόξευσε το κόστος κάρτας μέλους στο γήπεδο του γκολφ Koganei Country Club σε 3,5 εκατ. δολάρια.
Οι συγκρίσεις έγιναν πιο πιεστικές καθώς οι προειδοποιήσεις για μια κινέζικη φούσκα -ή ένα κοκτέιλ από φούσκες που συνδέονται μεταξύ τους- εντάθηκαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Ο ρυθμός της ανάπτυξης έπεσε στο μισό, ενώ το χρέος της Κίνας διπλασιάστηκε τα τελευταία οκτώ χρόνια, λέει ο Φρέιζερ Χάουι, ένας ειδικός στο οικονομικό σύστημα της χώρας. "Δεν είναι καλός συσχετισμός".
Διαφορετικές προσεγγίσεις
Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες πολύ σημαντικές διαφορές. Οικονομολόγοι θεωρούν ως αφετηρία της γιαπωνέζικης φούσκας τον Σεπτέμβριο του 1985, όταν με τη συμφωνία Plaza στη Νέα Υόρκη άναψε το πράσινο φως για την υποτίμηση του δολαρίου, που παραχώρησε τον έλεγχο στις δυνάμεις της αγοράς. Το ιαπωνικό γεν ενισχύθηκε και από τα 240 έναντι του δολαρίου έφτασε τα 120 μέσα σε τρία χρόνια. Αντίθετα, η Κίνα διαχειρίζεται προσεκτικά το νόμισμά της και παίρνει συχνά κατασταλτικά μέτρα κατά της κερδοσκοπίας. Όπως έδειξε τον Ιούλιο του 2015, όταν παρενέβη για να αντιμετωπίσει τέτοιες κινήσεις στο χρηματιστήριο, το κινεζικό κράτος έχει ένα φοβερό οπλοστάσιο. Αυτό μάλλον δεν θα αλλάξει.
Άλλη μια εντυπωσιακή διαφορά είναι η ικανότητα ανάκαμψης από μια μεγάλη πτώση στις τιμές των ακινήτων. Η πτώση αυτή ήταν καταστροφική στην Ιαπωνία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 γιατί η χώρα δεν είχε μηχανισμούς για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, αλλά η Κίνα ίσως τους διαθέτει. Σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό από πάνω προς τα κάτω, η Κίνα επιχειρεί κάτι που είχε αποφύγει συνειδητά η Ιαπωνία, τη μετάβαση από ένα μοντέλο που είναι προσανατολισμένο στις εξαγωγές σε ένα μοντέλο που στηρίζεται στην κατανάλωση, όπως επισημαίνει ο αναλυτής της επενδυτικής CLSA Κρίστοφερ Γουντ.
Μια τρίτη διαφορά ανάμεσα στη σημερινή Κίνα και την τότε Ιαπωνία είναι ο μοναδικός χαρακτήρας του κινεζικού κομματικού κράτους. Τα δύο τρία του χρέους των επιχειρήσεων ανήκουν σε κρατικές επιχειρήσεις και τράπεζες. Όπως επισήμαναν πέρυσι οι αναλυτές της Macquarie, Λάρι Χου και Τζέρι Πενγκ, «το χρέος της Κίνας αφορά κυρίως οφειλές κρατικών οντοτήτων προς άλλες κρατικές οντότητες. Η κλασική ανάλυση πιστωτικού κινδύνου δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό το πλαίσιο με δεδομένη την ικανότητα της κυβέρνησης να αναδιανέμει το χρέος εντός του συστήματος».
Αλλά η μεγέθυνσή του είναι πολύ ταχύτερη. Στην Ιαπωνία χρειάστηκε περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα για να διπλασιαστεί το χρέος του ιδιωτικού τομέα από το 125% του ΑΕΠ το 1970 σε περισσότερο από 220% το 1995, σύμφωνα με τα στοιχεία του Στιβ Κιν, καθηγητή στο βρετανικό Πανεπιστήμιο Kingston. Στην Κίνα το χρέος του ιδιωτικού τομέα εκτοξεύτηκε από 115% του ΑΕΠ σε περισσότερο από 210% μέσα στα τελευταία μόλις εννέα χρόνια. «Η Κίνα δεν μπορεί να ξεφύγει από όλους του κανόνες των οικονομικών, αλλά έχει πολλές ιδιαιτερότητες» λέει ο Εσουάρ Πρασάντ, ειδικός στην κινεζική οικονομία στο Πανεπιστήμιο Cornell.
Ξάγρυπνες νύχτες στο Πεκίνο
Εκείνο που προκαλεί ωστόσο νευρικότητα σε Κινέζους αξιωματούχους είναι όταν φαίνεται να αφρίζουν τα στοιχεία για διάφορες ύλες, από το τζινσένγκ μέχρι τον χαλκό. Το ίδιο ισχύει για τους επενδυτές οι οποίοι δελεάστηκαν από τη συνεχή ανάπτυξη και ψάχνουν διαρκώς για παρόμοια σημάδια συναγερμού, ειδικότερα γιατί η εκτόξευση της κερδοσκοπίας σε ακίνητα και μετοχές στην Ιαπωνία στα τέλη της δεκαετίας του 1980 σήμανε ξεκάθαρα το τέλος της εποχής της υψηλής ανάπτυξης. Η φούσκα της Ιαπωνίας όχι μόνο έσκασε άσχημα, λέει ο Μάρτιν Σουλτς, επικεφαλής οικονομολόγος στο Fujitsu Research Institute, αλλά άφησε ουλές που είναι ακόμα ορατές μετά από ένα τέταρτο του αιώνα και έχουν τη μορφή ενός ελλείμματος στον προϋπολογισμό προκειμένου να "κρατήσει την οικονομία ενωμένη".
Το σιγύρισμα της οικονομικής κρίσης στην Ιαπωνία μετά τη φούσκα -που καθυστέρησε επώδυνα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000 εξαιτίας μιας πεισματάρικης άρνησης για χρεοκοπίες επιχειρήσεων και μαζικές απολύσεις- αποτελεί υπόδειγμα γι' αυτό που δεν θα πρέπει να κάνει η Κίνα αν αντιμετωπίσει παρόμοια κρίση στο τραπεζικό σύστημά της.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Credit Suisse για την Ιαπωνία Χιρομίτσι Σιρακάουα υποστηρίζει ότι η αντίδραση των αρχών μετά την έκρηξη μιας οποιασδήποτε κινέζικης φούσκας έχει μεγαλύτερη σημασία από το φούσκωμα. Γι' αυτόν τον λόγο η Κίνα έχει να μάθει πολλά από την Ιαπωνία. «Η μεγαλύτερη πρόκληση μετά από μια φούσκα είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις τράπεζες. Αν δεν πετάξεις έξω μερικές με τις κλωτσιές, δεν λειτουργεί» λέει.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, η ιαπωνική εμπειρία του τριπλασιασμού της αξίας του χρηματιστηρίου μεταξύ 1985 και 1989 αντιστοιχεί με το σκαρφάλωμα των περιουσιακών στοιχείων της Κίνας πάνω σε μια βαθιά αίσθηση εθνικής ανόδου.
«Η φούσκα αποτελεί το τέλος μια μακράς περιόδου ευημερίας μέσα σε ευφορία" λέει ο Πίτερ Τάσκερ, διαχειριστής επενδυτικού ταμείου και συγγραφέας με αντικείμενο την Οικονομική Ιστορία της Ιαπωνίας. «Αρχίζει με εύλογο ενθουσιασμό και εξελίσσεται σε μια αίσθηση πως δεν υπάρχουν όρια... κάθε τάξη επενδυτών θέλει να πάρει μέρος. Οι άνθρωποι διακατέχονται από ευφορία για τη χώρα τους. Και η Ιαπωνία ήταν η απόλυτη φούσκα -με τις μετοχές και τα ακίνητα να φουσκώνουν ταυτόχρονα. Η ευφορία ήταν κοινωνική, πολιτική, οικονομική και νομισματική». Ο κύριος Σιρακάουα υποστηρίζει ότι στην Κίνα και την Ιαπωνία η αίσθηση της εμπιστοσύνης προέρχεται από το ξεπέρασμα μιας απειλής που αρχικά φαινόταν καταστροφική: στην περίπτωση της Ιαπωνίας ήταν το πετρελαϊκό σοκ στις αρχές της δεκαετίας του '80 και στην Κίνα οι επιπτώσεις από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. «Αλλά υπάρχουν και διαφορές. Στην Ιαπωνία, η συμφωνία Plaza (και το ισχυρό γεν) επέτρεψαν στην Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας να διατηρήσει μια χαλαρή πολιτική για μεγάλο διάστημα. Οι τράπεζες βρίσκονταν υπό πίεση και πήραν σημαντικό ρίσκο. Στην Κίνα η εμπιστοσύνη προέρχεται από το σκεπτικό ότι 'προσελκύσαμε στη χώρα τεράστιες ροές χρήματος από το εξωτερικό και αυτό θα συνεχιστεί επ άπειρον'»,λέει ο κύριος Σιρακάουα.
Παρ' όλα αυτά, το Πεκίνο γνωρίζει ότι το οικονομικό ρίσκο «είναι αυτό που μπορεί να βυθίσει το πλοίο», όπως το έθεσε ένας αξιωματούχος. Ανησυχεί επίσης για τη διασάλευση των δημογραφικών τάσεων οι οποίες, όπως και στην Ιαπωνία, θα μπορούσαν να συμπιέσουν τις κινεζικές καταθέσεις και την ανάπτυξη. Και οι δύο χώρες πέρασαν από ένα στάδιο «δημογραφικού μπόνους» σε ένα δημογραφικό βάρος, καθώς το εργατικό δυναμικό ηλικίας 15 έως 54 ετών έχει αρχίσει να μειώνεται. Στην Ιαπωνία αυτό το πέρασμα έγινε το 1990. Στην Κίνα έγινε το 2012, σημαδεύοντας το τέλος του δημογραφικού μερίσματος. «Οι Κινέζοι παρατηρούν τα δημογραφικά στοιχεία γιατί τώρα γνωρίζουν εκείνο που δεν γνώριζε τότε η Ιαπωνία ούτε κανένας άλλος. Από την Ιαπωνία μάθαμε πόσο γρήγορα μπορεί να σταματήσει η ανάπτυξη όταν αλλάζει το δημογραφικό» λέει ο κύριος Σουλτς (...).
Στο βαθμό στον όποιο βλέπουν ορισμένοι έντονες ομοιότητες μεταξύ της ιαπωνικής φούσκας και της παρούσας κατάσταση στην Κίνα, η προσοχή έχει στραφεί στο κατά πόσον η Κίνα βρίσκεται κοντά στα ίδια σημεία καμπής που αντιμετώπισε η Ιαπωνία στις αρχές της δεκαετίας του '90. Την περασμένη εβδομάδα ο οίκος αξιολόγησης Moody’s υποβάθμισε το αξιόχρεο της Κίνας σε Α1, στο ίδιο επίπεδο με της Ιαπωνίας, επικαλούμενος ένα μεγάλο και αυξανόμενο βάρος χρέους. Αλλά ο οίκος αναβάθμισε παράλληλα τις προοπτικές της κινεζικής οικονομίας και προέβλεψε επιβράδυνση της ανάπυξης στο 5% μέχρι το 2022, ένα αποτέλεσμα πολύ καλύτερο από την ξαφνική κατάρρευση και την πολυετή στασιμότητα που βιώνει η Ιαπωνία.
Και στις δύο χώρες η συμπεριφορά τύπου φούσκας έχει προκαλέσει μεγάλες αλλαγές στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Καθώς η ιαπωνική φούσκα ακινήτων και μετοχών έφτανε στο σημείο έκρηξης, το κόστος ζωής στις πόλεις ξέφυγε από τις δυνατότητες του κανονικού μισθωτού. Το 1989 ένα μέτριο διαμέρισμα 75 τ.μ., που απείχε 90 λεπτά με τη συγκοινωνία από το κέντρο του Τόκιο, ήταν 8,5 φορές ο μέσος μισθός ενός υπαλλήλου γραφείου. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η Κίνα αντιμετωπίζει μια ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στην πρωτεύουσά της. Το μέσο κόστος ενός διαμερίσματος 100 τ.μ. στο Πεκίνο είναι 5 εκατ. Rmb (730.000 δολάρια) - περισσότερες από 50 φορές το μέσο ετήσιο εισόδημα των ντόπιων.
Η σύγκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, λένε αναλυτές, εξαιτίας των προσεγγίσεων που έχουν οι δύο κυβερνήσεις για το πρόβλημα. Όταν έγινε κυβερνήτης της Τράπεζας της Ιαπωνίας το 1989 -δύο εβδομάδες πριν φτάσει ο χρηματιστηριακός δείκτης Nikkei 225 στο ρεκόρ όλων των εποχών-, ο Γιασούσι Μιένο επέκρινε την αύξηση της τιμής των ακινήτων σε μακρινές αποστάσεις και με τον τρόπο αυτό πυροδότησε, όπως πολλοί πιστεύουν σήμερα, την κατάρρευση της αγοράς.
Σε κάποιο βαθμό η Κίνα φαίνεται πως έχει πάρει στα σοβαρά την εμπειρία Μιένο και μιλά προσεκτικά για «περιορισμό» των αυξήσεων αντί να ξεφουσκώσει απότομα μια φούσκα που έχει μετατρέψει εκατομμύρια κατοίκων της πόλης σε εκατομμυριούχους. Αλλά πρόκειται για μια λεπτή ισορροπία. Το Πεκίνο γνωρίζει πόσο εύθραυστη είναι η κατάσταση, καθώς ο Πρόεδρος Σι προειδοποίησε πρόσφατα ότι «τα σπίτια είναι για να κατοικείς μέσα σε αυτά, όχι για να κερδοσκοπείς πάνω σε αυτά».