Live τώρα    
Οι σκληροπυρηνικοί του Ισραήλ βλέπουν τη νίκη Τραμπ ως ευκαιρία / Κακοί οιωνοί στο Παλαιστινιακό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Οι σκληροπυρηνικοί του Ισραήλ βλέπουν τη νίκη Τραμπ ως ευκαιρία / Κακοί οιωνοί στο Παλαιστινιακό

Του David Gardner*

Οι σχέσεις μεταξύ του απερχόμενου Αμερικανού προέδρου Μπάρακ Ομπάμα και του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου τελειώνουν σε τόσο κακό κλίμα, όπως άρχισαν. Οι προσδοκίες ότι ο κύριος Ομπάμα θα εκμεταλλευτεί το σύντομο διάστημα μέχρι τη λήξη της θητείας του τον επόμενο μήνα για να παρουσιάσει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τις δικές του παραμέτρους για μια λύση της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης στη βάση των δύο κρατών, είναι πιθανώς λανθασμένες. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι κατήγγειλε την ανέγερση εποικισμών από το Ισραήλ ως μια εσκεμμένη πολιτική για την παρεμπόδιση της ειρήνης, αλλά πρόσθεσε ότι ο πρόεδρος δεν έχει ακόμη αποφασίσει.

Κάπως έτσι είχε αρχίσει η προεδρία Ομπάμα: αποκαλώντας παράνομους τους ισραηλινούς εποικισμούς στην ηχηρή ομιλία του στο Κάιρο τον Ιούνιο του 2009, μόνο για να υποκύψει όταν ο κύριος Νετανιάχου αρνήθηκε να παγώσει την περαιτέρω οικοδόμηση. Επιπλέον ο Ομπάμα έβαλε βέτο σε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας τον Φεβρουάριο του 2011, που καταδίκαζε την επανάληψη του εποικισμού στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Δεν ήταν μόνο ένα βέτο του Ομπάμα στη δική του πολιτική. Η στρατιωτική ηγεσία τον είχε συμβουλέψει να απόσχει με το επιχείρημα ότι η μεροληπτική στάση του απομάκρυνε τις ΗΠΑ από τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο και έθετε σε κίνδυνο ζωές Αμερικανών.

Η προσωπική σχέση του κυρίου Ομπάμα με τον κύριο Νετανιάχου μπορεί να ήταν συχνά δηλητηριώδης, αλλά εκείνος υπήρξε ο πιο φιλο-ισραηλινός πρόεδρος: ήταν ο πλέον σπάταλος στην χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας και ο πιο αξιόπιστος στην επίκληση του αμερικανικού βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Ακόμα και στην υποθετική περίπτωση της αποχώρησής του Ομπάμα (από την προεδρία) με μια μπαταριά στον ΟΗΕ για το Παλαιστινιακό, η ανισορροπία στην ισχύ μεταξύ του κατεχόμενου και του κατακτητή δεν θα άλλαζε, παρά μόνο εάν οι ΗΠΑ έλεγαν επίσης στην κυβέρνηση του Ισραήλ ότι δεν θα μπορούσε πλέον να υπολογίζει στο αμερικανικό βέτο εφόσον θα συνέχιζε να παρεμποδίζει τις σοβαρές διαπραγματεύσεις. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει.

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ μέχρι σήμερα δεν έχει αποφέρει κάτι παραπάνω από μηνύματα στο twitter για τον ένα ή τον άλλο γεωπολιτικό γόρδιο δεσμό. Αλλά οι οιωνοί είναι κακοί. Μια αλυτρωτική κυβέρνηση στο Ισραήλ που γέρνει προς την άκρα δεξιά θα έχει τώρα στο πλευρό της μια εθνικιστική λαϊκιστική κυβέρνηση της Ουάσιγκτον που ξερνά φωτιές ισλαμοφοβίας. Αυτή η σύζευξη οδήγησε τον Ναφτάλι Μπένετ, υπουργό Παιδείας του Ισραήλ και ηγέτη του κόμματος της Εβραϊκής Εστίας, να διακηρύξει ότι «τελείωσε η εποχή του Παλαιστινιακού κράτους». Η προεκλογική υπόσχεση του Τραμπ ότι θα αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ -συπεριλαμβανομένης της κατεχόμενης αραβικής ανατολικής Ιερουσαλήμ- ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και ότι θα μεταφέρει εκεί την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ, ίσως να ξεγλιστρήσει από την ατζέντα του προέδρου Τραμπ. Είναι όμως μια υπενθύμιση για τους υπέρμαχους της προσάρτησης, του «Μεγάλου Ισραήλ», οι οποίοι βλέπουν την εκλογή του σαν την δική τους ευκαιρία να θάψουν τις από καιρό ετοιμοθάνατες συνομιλίες για δύο κράτη, Ισραήλ και Παλαιστίνη, που θα ζουν το ένα δίπλα στο άλλο με ειρήνη και ασφάλεια.

Η πεποίθηση των οπαδών του «Μεγάλου Ισραήλ» δεν είναι αβάσιμη. Το θέμα των δύο κρατών έχει μπει στο περιθώριο, εν μέρει εξαιτίας της πολιτικής αδυναμίας ενός διχασμένου παλαιστινιακού στρατοπέδου, αλλά κυρίως λόγω της διεθνούς ανησυχίας για τον τζιχαντισμό και τη μετανάστευση, τις αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις των συγκρούσεων στη Συρία, στο Ιράκ και στη Λιβύη. Επιπλέον, με σχεδόν 600.000 Εβραίους εποίκους στην ανατολική Ιερουσαλήμ και στη Δυτική Όχθη είναι σχεδόν αδύνατο να αντιστραφεί η ισραηλινή κατοχή στα όρια που θα επέτρεπαν ένα βιώσιμο Παλαιστινιακό κράτος. Αυτή την εβδομάδα το ισραηλινό κοινοβούλιο ψήφισε σε πρώτη ψηφοφορία για τη νομιμοποίηση εποικισμών οι οποίοι θεωρούνται παράνομοι ακόμα και από τα ισραηλινά δικαστήρια. Αλλά αυτό το πήγαινε έλα μεταξύ της Κνεσέτ και του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τη νομιμότητα των «προκεχωρημένων» οικισμών- μερικοί από αυτούς κάτι λίγο παραπάνω από μια γεννήτρια και μια σημεία- είναι αντιπερισπασμός.

Οι προφυλακές είναι τα πιόνια που θα παραδοθούν όταν επαναληφθεί το μεγάλο παιχνίδι. Η καρδιά του σχεδίου για το Μεγάλο Ισραήλ βρίσκεται μέσα στα όρια των υπαρχόντων οικισμών, που ξεπερνούν κατά πολύ την περιοχή που έχει ήδη οικοδομηθεί. Η συνολική έκταση του δήμου του Μααλέ Αντουμίν κοντά στην Ιερουσαλήμ, για παράδειγμα, του εποικισμού που σχεδιάζει να επεκτείνει η κυβέρνηση Νετανιάχου ώστε να περικλύσει την κατεχόμενη ανατολική Ιερουσαλήμ και να περικυκλώσει την Βηθλεέμ, είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Τελ Αβίβ. Ο εποικισμός θα επιταχυνθεί κι άλλο μέσα στα υπάρχοντα συγκροτήματα των οικισμών, θανάσιμα για όποια ελπίδα έχει απομείνει για ένα Παλαιστινιακό κράτος, με ή χωρίς προσάρτηση- και είναι αμφίβολο εάν θα υπάρξει ένσταση από μια κυβέρνηση Τραμπ.

Ποιες θα είναι οι ευρύτερες επιπτώσεις όλων των παραπάνω; Το πλαίσιο των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή έχει αλλάξει από την υπό αμερικανική ηγεσία εισβολής στο Ιράκ το 2003 και την αναταραχή των αραβικών εξεγέρσεων το 2011. Η σύγκρουση της πληγωμένης ταυτότητας στο εσωτερικό του Ισλάμ μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, στους οποίους ηγούνται η Σαουδική Αραβία και το Ιράν αντίστοιχα, έχει περιλάβει σχεδόν τα πάντα. Αλλά η αρχική πηγή αστάθειας και διαμαρτυρίας στην περιοχή έχει τη δική της παθολογία - συμπεριλαμβανομένης μιας εμπρηστικής θρησκευτικής διάστασης, ειδικά εάν εισαχθεί στο παιχνίδι η Ιερουσαλήμ, μια ιστορικά εύφλεκτη πόλη, ιερή για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες.

Η περίφραξη των Παλαιστινίων μέσα σε καντόνια, αποκλεισμένα από εποικισμούς, διαχωριστικούς δρόμους, σημεία ελέγχου και τείχη θα καταλήξει να απομονώσει το Ισραήλ από την περιοχή και από τον κόσμο. Η φιλοδοξία του Ισραήλ να συνάψει συμμαχίες με σουνιτικά αραβικά κράτη εναντίον του κοινού αντιπάλου, του Ιράν, αποτελεί κάτω από αυτές τις συνθήκες μια φαντασία. Επιπλέον, ο κύριος Τραμπ δεν θα υπάρχει για πάντα. Θα υπάρχουν όμως οι Παλαιστίνιοι και οι Άραβες γείτονες του Ισραήλ.

* O David Gardner είναι αρχισυντάκτης διεθνών ειδήσεων των Financial Times και καλύπτει θέματα της Μέσης Ανατολής από το 1978

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0