Του Κώστα Καναβούρη
Ακόμα μια βδομάδα των Παθών αρχίζει από σήμερα. Ακόμα μια οδός των δακρύων και οδός του μαρτυρίου μέχρι την Ανάσταση. Μια οδός που δεν θα την ακολουθήσουν χιλιάδες μαρτυρικοί άνθρωποι, που, φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της ζωής τους, ένα στεφάνι βαρύ από το αίμα, πνίγηκαν στα νερά του Αιγαίου και της Μεσογείου. Βλέπετε, η Ανάσταση δεν είναι για όλους, γιατί και ο κατώτερος θεός, ο κάθε άλλο παρά της αγάπης θεός, είναι κι αυτός πανταχού παρών. Και σκεπάζει με κύματα τη ζωή των ανθρώπων. Ώς πότε λοιπόν θα συνεχίζεται αυτή η σφαγή (γιατί περί σφαγής πρόκειται) μπροστά στα μάτια μας; Δεν πρόκειται για θεομηνία, πρόκειται για εν ψυχρώ ομαδικές εκτελέσεις σε στεριά και θάλασσα, αφού οι αθώοι που πνίγονται δεν φεύγουν από τις πατρίδες τους, αλλά τους διώχνει ο θάνατος για να τους σπρώξει στον θάνατο.
Πέρσι τέτοιο καιρό, εκτός από τους καθημερινούς πνιγμούς, θρηνήσαμε (όσοι θρήνησαν δηλαδή), την εκατόμβη 800 ανθρώπων που πνίγηκαν κοντά στο ιταλικό νησί Λαμπεντούζα. Ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά, σε μια επίδειξη ενός ατελέσφορου ανθρωπισμού εξανεμισμένου στο παραμικρό φύσημα που βγαίνει από τα χείλη αυτού του κατώτερου θεού. Και οι πνιγμοί συνεχίστηκαν ως να μην έβγαλε κανείς κανένα συμπέρασμα.
Ήταν λοιπόν βέβαιο ότι η τραγωδία θα επαναλαμβάνονταν, αν και τραγωδία βέβαια είναι και ο πνιγμός ενός και μόνο ανθρώπου. Κι έτσι τώρα θρηνούμε (όσοι θρηνούμε) για την καινούργια εκατόμβη που συνέβη στα ανοιχτά της Αιγύπτου. Αυτή τη φορά 500 άνθρωποι, 500 ψυχές χάθηκαν μαζεμένες στα νερά της Μεσογείου. Πρόβατα επί σφαγήν... Από τη Σομαλία ήταν, λέει, οι περισσότεροι κι ακόμα από την Ερυθραία και την Αιθιοπία. Και βεβαίως έγιναν έρευνες γα την ανεύρεση επιζώντων, και βεβαίως ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά.
Και, στο μεταξύ, άλλοι 500 προστέθηκαν όχι στον κατάλογο, γιατί κατάλογος δεν υπάρχει, αλλά στον φρικιαστικό πολτό που στριμώχνει τις ανθρώπινες ψυχές και τις συνθλίβει μέσα στην τερατώδη ανωνυμία που στερεί από τον άνθρωπο ακόμη και την ύστατη αξιοπρέπεια: τη μοναδικότητα του δικού του θανάτου. Ούτε καν αυτό. Μονάχα ένας αριθμός που σωριάζεται πάνω στους άλλους αριθμούς. Αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν να μην υπήρξαν, παρά μονάχα ως αριθμός. Έζησαν σαν σκόνη σχεδόν (τι σχεδόν δηλαδή) και πέθαναν μέσα στο βουβό κύμα ενός αριθμού που τους άρπαξε και τους κατάπιε μονομιάς. Και η θάλασσα της Μεσογείου έγινε πάλι μια θάλασσα μεσίστια. Ίσως ούτε καν μεσίστια με τόσους θανάτους. Εδώ έχουμε να κάνουμε με υποστολή θαλάσσης. Με υποστολή της Μεσογείου από θάλασσα τεράστιων πολιτισμών, τεράστιων θρησκειών, τεράστιων φιλοσοφικών και επιστημονικών επιτευγμάτων που καθόρισαν την πορεία της ανθρωπότητας, σε θάλασσα του μαρτυρίου και του χαμού για χιλιάδες ανθρώπους. Χωρίς το ωσαννά του παραμικρού θριάμβου από τα εκατομμύρια μικρούς θριάμβους που δικαιώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Αλλά είπαμε: εδώ δεν υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει μόνο ο αριθμός. Ο τραγικός αριθμός που ολοένα μεγαλώνει σαν κέλυφος που δεν περικλείει κάτι. Ο κενός αριθμός των ανθρώπων που δεν υπήρξαν ποτέ.
Και είναι αυτή η κενότητα που τους απομακρύνει από κοντά μας, λοβοτομώντας και τη δική μας ύπαρξη. Γιατί αδυνατούμε να δούμε το πρόβλημα στην ουσία του και να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτό. Να το αντιμετωπίσουμε δηλαδή ως πρόβλημα οντολογικό (πέρα από τεράστιο πολιτικό, οικονομικό και ηθικό) που αφορά τον πυρήνα της ύπαρξής μας. «Εγώ είναι ο άλλος» έγραψε ο Ρεμπό. Προσοχή: όχι «είμαι», αλλά «είναι». Εγώ λοιπόν θα πει πως είναι και ο άλλος που πνίγεται. Εγώ θα πει ότι είναι ο άλλος που ζει τη ζωή του μαρτυρικά. Κι όταν ο άλλος χάνει βίαια το πρόσωπό του, δηλαδή «χάνεται» από προσώπου γης, στα βάθη της θάλασσας, είμαι εγώ που χάνω το πρόσωπό μου. Επομένως, όταν δεν υπάρχει ο άλλος, είμαι εγώ που δεν υπάρχω. «Εγώ είναι ο άλλος» σημαίνει πως ήμουν συνεπιβάτης στα τέσσερα σαπιοκάικα που ήταν υπέρβαρα από τόσους νεκρούς που πήγαιναν στον θάνατό τους. Όσο αυτό δεν γίνεται αντιληπτό, τόσο θα αγριεύει και θα αποθηριώνεται ο κατώτερος θεός της σφαγής των προσώπων. Του προσώπου που λέγεται άνθρωπος.
Καμιά συμπόνια, καμιά αλληλεγγύη, καμιά συμπαράσταση, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν μοιάζει αρκετή αν βλέπουμε το πρόβλημα υπό το καθεστώς ενός αόρατου συνόρου: από τη μια εμείς και από την άλλη αυτοί. Αυτός ο τερατώδης διαχωρισμός είναι που εμποδίζει τη διαλεκτική της λύπης και του πένθους να συνθέσει όλα τα ενδεχόμενα σ' ένα καθολικό νεύμα που λύνει την ψυχή και απελευθερώνει την όραση. Όσο δεν γίνεται κάτι τέτοιο, τόσο θα αποθηριώνονται οι τεχνικές του θανατηφόρου και μάταιου κέρδους. Τόσο η γη θα συνεχίζει να κρέμεται στα ξύλα των σάπιων καϊκιών, θα συνεχίζει να κρέμεται από τα ίδια της τα δάκρυα, σε μια διαρκή Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών, χωρίς ελπίδα Ανάστασης. Άλλωστε, ανάσταση θα πει να βγεις από τον θάνατο και να ξανασταθείς στα πόδια σου. Δεν είναι θαύμα, είναι αίτημα που αφορά όλους μας, όλους χωρίς εξαίρεση. Όταν υπάρχει η παραμικρή εξαίρεση, το θαύμα της ανθρώπινης οντότητας καταρρίπτεται και η ανάσταση ακυρώνεται επειδή πνίγεται σε μια θάλασσα δακρύων.
Όλα τα υπόλοιπα είναι ψελλίσματα μιας αγριότητας που περιορίζεται (και άρα πεθαίνει) στα όρια ενός τερατώδους και φονικού (κατ' ουσίαν αυτοκτονικού) Εγώ. Κανένα θυμίαμα, καμιά παράκληση, κανένας Επιτάφιος, κανένα ιδιόμελο δεν είναι αρκετά για να σταματήσουν τη σφαγή αν δεν κατανοήσεις πως είναι ο Άλλος που σε κάνει να Είσαι. Γιατί, σ' αυτή τη μαρτυρική οδό της ανθρώπινης κατάστασης που είναι ταυτόχρονα και θρίαμβος, και τραγωδία, δεν υπάρχουν θεατές. Και η ευχή «Καλή Ανάσταση» απλώς δεν υπάρχει. Ακριβώς επειδή είναι ευχή και όχι ανάγκη.
ΜΟΤΟ
Κανένα θυμίαμα, καμιά παράκληση, κανένας Επιτάφιος, κανένα ιδιόμελο δεν είναι αρκετά για να σταματήσουν τη σφαγή αν δεν κατανοήσεις πως είναι ο Άλλος που σε κάνει να Είσαι