Live τώρα    
ΑΡΝΩ ΜΠΕΡΝΑΡ: / Αρνώ Μπερνάρ: "Θέλω ένα ποιητικό, όμορφο και βίαιο θέαμα"
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΑΡΝΩ ΜΠΕΡΝΑΡ: / Αρνώ Μπερνάρ: "Θέλω ένα ποιητικό, όμορφο και βίαιο θέαμα"

Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη

Σκηνοθέτης όπερας: Έτσι αυτοπαρουσιάζεται ο Αρνώ Μπερνάρ, τονίζοντας τη λέξη "όπερας". Ο 49χρονος Γάλλος σκηνοθέτης βρίσκεται στην Αθήνα, δουλεύοντας πυρετωδώς πάνω στο έργο του Μπελίνι Καπουλέτοι και Μοντέκκοι, μια εκδοχή της "αιώνιας ιστορίας έρωτα και μίσους" του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, που θα κάνει πρεμιέρα την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Πρόκειται για συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την Αρένα της Βερόνας και το θέατρο Λα Φενίτσε της Βενετίας. Έτσι η εκδοχή πάνω στην οποία δουλεύει ο σκηνοθέτης είναι η τρίτη, καθώς οι άλλες δύο, με διαφορετική διανομή και ορχήστρα, έχουν ήδη παρασταθεί με επιτυχία.

"Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, πιστεύω ότι μάλλον θα είναι η καλύτερη εκδοχή από τις τρεις", εξομολογήθηκε όταν τον συναντήσαμε, για να προσθέσει αμέσως: "Αυτό ισχύει σήμερα, δεν ξέρω όμως τι θα γίνει μέχρι την πρεμιέρα. Η όπερα είναι κάτι πάρα πολύ εύθραυστο"...

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης που είχαμε μαζί του, περισσότερο από όσα έλεγε για το έργο και την όπερα γενικότερα, το πιο εντυπωσιακό ήταν το πάθος με το οποίο μίλαγε. "Ξεκίνησα ως επαγγελματίας μουσικός", λέει. "Η Βίβλος μου είναι η παρτιτούρα - και το λιμπρέτο. Από εκεί ξεκινώ για να δουλέψω μια όπερα, με σεβασμό στο κείμενο και τη μουσική".

Η προσέγγιση όμως του Αρνώ Μπερνάρ αποδεικνύεται περισσότερο θεατρική απ' όσο αφήνει να φανεί με την πρώτη ματιά. Μιλώντας για το λιμπρέτο του Φελίτσε Ρομάνι, που χρησιμοποίησε ο Μπελίνι, το χαρακτηρίζει "αδύναμο", διευκρινίζοντας: "το κείμενο, όχι η μουσική!"

"Προσεγγίζοντας το έργο, θα περίμενε κανείς να βρει τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαίξπηρ, την ίδια δομή, τις ίδιες καταστάσεις την ίδια σκηνική δύναμη. Όμως όχι, ο λιμπρετίστας δεν άντλησε την έμπνευσή του από τον Σαίξπηρ, αλλά από τις ίδιες με αυτόν πηγές, του 16ου αιώνα. Διατηρώντας τις ίδιες ιδέες για έναν αδύνατο έρωτα, στο φόντο της μισαλλοδοξίας και του μίσους, δημιουργεί ένα κείμενο από τον Σαίξπηρ ή την όπερα του Γκουνώ. Στον Σαίξπηρ υπάρχουν τεράστιες συγκρούσεις, στον Μπελίνι ελάχιστες... Το θεατρικό παιχνίδι, λοιπόν, μοιάζει πολύ πιο αδύναμο, ιδιαίτερα για τον σύγχρονο θεατή, που έχει μια συγκεκριμένη ιδέα για τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Χρειάζεται πολλή δουλειά για να κάνει κανείς το λιμπρέτο αντάξιο της μουσικής".

Το μουσείο ζωντανεύει

Για να αντεπεξέλθει σε αυτήν την ανάγκη, ο Αρνώ Μπερνάρ καταφεύγει σε ένα κατεξοχήν θεατρικό εύρημα: "Ξεκινώντας από την εντύπωση ότι τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι στατικά, νεκρά, και όχι πρόσωπα με σάρκα και οστά, σκέφτηκα: Γιατί να μην κάνω ένα μουσείο μέσα στο οποίο τα πρόσωπα αυτά ξυπνάνε; Αυτό μου επιτρέπει να δείξω ότι μιλώ για ένα ιδιαίτερο θεατρικό αντικείμενο, που το ζωντανεύω, κάτι διαφορετικό από μια στατική εικόνα. Σκηνοθετώντας τους μονωδούς, κάτι που δεν είναι εύκολο γιατί δεν είναι ηθοποιοί, προσπάθησα να δημιουργήσω θεατρική ένταση κάτω από τη μουσική, να δημιουργήσω αυτό το τεράστιο μίσος που είναι η αιτία της ιστορίας. Η αίσθηση αυτή λειτουργεί από την αρχή, μόλις τα πρόσωπα 'ξυπνούν' γίνονται πολύ βίαια. Αυτό δεν γίνεται μόνο για λόγους αισθητικούς, υπάρχει η δραματουργική ανάγκη να αποκτήσουν δύναμη τα πρόσωπα και οι καταστάσεις".

Σημαίνει αυτό, άραγε, ότι αντιμετωπίζει την όπερα ως μουσειακό είδος; "Κάθε άλλο!" αποκρίνεται "Πάντοτε κάνω θεάματα πολύ δυναμικά, σας θυμίζω την Θαΐδα του Μασνέ που είχε παρουσιαστεί στο Μέγαρο το 2009".

Μπορεί να ξεκίνησε την καριέρα του ως μουσικός, όμως δείχνει να τον απασχολεί περισσότερο η θεατρικότητα του θεάματος: "Η όπερα είναι μια θαυμάσια θεατρική παράσταση. Είναι θέατρο με μουσική. Όταν ήμουν νέος μουσικός και πήγαινα στην όπερα, ένιωθα απογοητευμένος βλέποντας σκηνοθέτες να μη χρησιμοποιούν τη μουσική στην υπηρεσία της δραματουργίας. Για μένα, η ομορφιά του θεάτρου ενδυναμώνει την ομορφιά της μουσικής, η σχέση τους πρέπει να είναι οργανική, διαφορετικά δεν λειτουργεί. Γι' αυτό πιστεύω ότι η σκηνοθεσία όπερας είναι ειδικευμένη δουλειά και σήμερα υπάρχουν όλο και λιγότεροι επαγγελματίες σκηνοθέτες όπερας".

"Κάνουμε θεάματα για να δώσουμε ένα μήνυμα"

Έχει όμως να προσφέρει κάτι το είδος στον σύγχρονο θεατή; "Το θέατρο, άρα και η όπερα, μπορεί να μεταδώσει πολλά μηνύματα, για την πολιτική και τη ζωή των ανθρώπων ευρύτερα, ιδιαίτερα σε μια εποχή που υπάρχει πολύς πόνος, στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη ή στα σύνορα της Ευρώπης όπου συνωστίζονται οι πρόσφυγες και βλέπουμε αυτήν την τρομερή εξαθλίωση. Μπορεί να κάνουμε όμορφα θεάματα, ή άσχημα για να σοκάρουμε, αλλά είμαστε εδώ για να δίνουμε ένα μήνυμα".

Ο Γάλλος σκηνοθέτης δεν πιστεύει ότι το έργο είναι απαραίτητο να μετατοπιστεί χρονικά στην εποχή μας προκειμένου να επικοινωνήσει με το κοινό και να περάσει αυτά τα μηνύματα. "Δεν είναι η χωροχρονική μετάθεση που κάνει τον πραγματικό νεωτερισμό, δεν είναι να ανεβάζεις Ναμπούκο μέσα σε ένα ψυγείο, για παράδειγμα. Μοντέρνος είναι ο τρόπος να παίζεις στη σκηνή, η ποιότητα και η δύναμη της αναπαράστασης, το δόσιμο των σολίστ, της χορωδίας, όλων... Αυτό μπορεί να κάνει ένα θέμα ενδιαφέρον, δυνατό και μοντέρνο".

Η μετάθεση αυτή, όμως, παραμένει νόμιμη επιλογή; "Ασφαλώς. Σας θυμίζω ότι ανέβασα την Εβραία του Αλεβί στο περιβάλλον της δεκαετίας του '30 ή την Λουίζα Μίλερ στην εποχή του 1900 του Μπερτολούτσι. Άλλωστε κι ο ίδιος ο Βέρντι είχε αναγκαστεί, εξαιτίας της λογοκρισίας να κάνει πολύ πιο παράλογες μεταθέσεις!".

Παρ' όλα αυτά, επιμένει: "Χρειάζεται και λίγη ποίηση! Οι άνθρωποι μέσα στην κρίση πληρώνουν εισιτήριο, θέλουν να δουν κάτι όμορφο. Όμορφο και ποιητικό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι δυνατό και βίαιο θέαμα... Δείτε, για παράδειγμα, τη Βασίλισσα Μαργκό του Πατρίς Σερό, πόσο αίμα και πόση ομορφιά ταυτόχρονα! Αυτό θέλω να κάνω επί σκηνής, όμορφο και βίαιο!"

info

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΚΚΟΙ του Βιντσέντζο Μπελλίνι. Σκηνοθεσία: Αρνώ Μπερνάρ. Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός. Σκηνικά: Αλεσσάντρο Κάμερα. Κοστούμια: Κάρλα Ρικόττι. Ερμηνεία: Τάσος Αποστόλου, Μιχαέλα Μάρκου - Έλενα Ξανθουδάκη, Μαίρη-Έλεν Νέζη - Ειρήνη Καράγιαννη, Γιάννης Χριστόπουλος - Αντώνης Κορωναίος, Πέτρος Μαγουλάς - Διονύσης Τσαντίνης. ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, 13-15, 18, 20-21/11.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0