Του Λευτέρη Καπώνη
Κατεβαίνω στο Σύνταγμα σιωπηλός. Κοιτάζω κι άλλους δίπλα μου σιωπηλούς. Στο βλέμμα τους, που έχει σκληρύνει, βλέπω την απόφαση. Μέχρι το τέλος, λένε κάποιοι δίπλα μου. Εγώ ήμουνα δεξιός, δεν ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ, τώρα όμως είμαι εδώ. Και θα είμαι δίπλα σ' αυτή την κυβέρνηση. Είμαστε σε πόλεμο, λέει κάποιος άλλος. Και πολλά παιδιά, νέα παιδιά, με τη φλόγα στο βλέμμα. Αυτό που κατάφερε αυτή η κυβέρνηση είναι να ενώσει τους Έλληνες. Και δεν θέλουν να κάνουν πίσω, γιατί το λαϊκό αισθητήριό τους λέει ότι, αν υποχωρήσουμε, θα βρεθούμε για χρόνια με βαριές αλυσίδες.
Οι Γερμανοί έτσι ήταν πάντα. Από τους Βαυαρούς που έφυγαν νύχτα, από τους ναζί που μας νίκησαν, αλλά δεν μπόρεσαν να μας υποτάξουν κι από τους στρατιωτικούς στη Μικρά Ασία που οργάνωσαν που οργάνωσαν τις σφαγές των Αρμενίων και των Ελλήνων. Οι Γερμανοί κάνουν ό,τι μπορούν για να αποδείξουν ότι δεν είναι ηγέτες της Ευρώπης, αλλά κατακτητές. Κάνουν ό,τι μπορούν για να δημιουργήσουν μια υποταγμένη Ευρώπη. Είναι πιο δυνατοί και μπορούν να μας νικήσουν, αλλά δεν μπορούν να μας υποτάξουν. Κι έτσι μου 'ρχεται να το κάνω Κούγκι και χάνι της Γραβιάς. Έτσι μου 'ρχεται να βάλω φωτιά, γιατί εγώ δουλάκι δεν γίνομαι. Προτιμώ, όπως οι πρόγονοί μου, να πάρω τους δρόμους και να στέλνω το συνάλλαγμα για να ξανασταθεί η χώρα στα πόδια της. Προτιμώ με ψωμί κι ελιές, ένα ποτήρι κρασί κι ένα δημοτικό ή ένα ρεμπέτικο να βγάλω μερικά χρόνια, παρά να προσκυνήσω τον σουλτάνο.
Μας κατηγορούν για την κυβέρνηση που εκλέξαμε. Και μας λυπούνται. Ποιοι; Αυτοί που έστειλαν τον Χίτλερ στην καγκελαρία. Αυτοί που έκαναν γαργάρα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και παρίσταναν ότι δεν τα γνώριζαν. Έπιαναν τους Εβραίους δίπλα τους και νόμιζαν ότι τους στέλνουν σε κοινωνικό τουρισμό. Αυτοί που έχουν το βαρύτερο ποινικό μητρώο εγκλημάτων και βαρβαρότητας μας κατηγορούν γιατί ζητήσαμε μια ανθρώπινη ζωή. Μας κατηγορούν που δεν ψηφίσαμε τους εκλεκτούς τους. Και μας αγριεύουν. Γιατί αυτοί, οι πειθαρχημένοι, δεν ξέρουν ότι αιώνες παλεύουμε με το θεριό και ελπίζουμε. Τετρακόσια χρόνια οθωμανικής σκλαβιάς και είχαμε 103 εξεγέρσεις που βάφτηκαν στο αίμα. Ρωμιοί ή Έλληνες, παλεύουμε αιώνες με τον μικρό κλήρο γης που μας έλαχε, ανοιγόμαστε στη θάλασσα, στο άγνωστο και στην περιπέτεια και υπολογίζουμε πάντα το ψωμί το ίδιο με την ελευθερία. Γιατί χωρίς ελευθερία το ψωμί γίνεται πικρό. Κι αυτό μας ζητάει ο πολύς Σόιμπλε: να αποφασίζουν οι Γερμανοί για μας. Θα μπορούσαμε να αντέξουμε την πείνα, όμως τις διαταγές δεν τις αντέχουμε. Και κάνει ό,τι μπορεί ο ισχυρός προτεστάντης να μας θυμίσει από πού ερχόμαστε, ποιοι είμαστε και πώς θέλουμε να ζούμε.
Κύριε Σόιμπλε, "τη ρωμιοσύνη μην την κλαις, εκεί που πάει να σκύψει, με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στον ώμο". Μη μας λυπάστε, γιατί ξέρουμε να ζούμε, ξέρουμε να δουλεύουμε, να ερωτευόμαστε, να γλεντάμε. Μη μας λυπάστε, γιατί το φως και η θάλασσα είναι εδώ, παντοτινοί σύντροφοι του καθημερινού μας βίου. Έχετε χρήματα και πλεονάσματα, αλλά δεν μπορείτε να αγοράσετε την ψυχή μας, παρά μόνο μια διεφθαρμένη ελίτ που τρέμει το βλέμμα σας, υπάκουη στις επιθυμίες σας και την οποία αποτινάξαμε από τον σβέρκο σας. Προσέξτε όμως, γιατί το Στάλινγκραντ ήρθε μετά την ελληνική αντίσταση. Και πάλι χάνετε πολλές δυνάμεις στην Ελλάδα. Σκεφτείτε το.