Δεν είναι που δεν θέλω να πανηγυρίσω για τη νίκη της Εθνικής μας ομάδας ποδοσφαίρου στο Μουντιάλ ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, εις βάρος της Ακτής Ελεφαντοστού με σκορ 2-1, γεγονός που της επέτρεψε να περάσει στους 16 του τουρνουά και αυτομάτως (μας αρέσουν άλλωστε οι αυτοματισμοί) να θεωρηθεί μια από τις καλύτερες ομάδες του κόσμου. Δεν είναι -επαναλαμβάνω- που δεν θέλω να πανηγυρίσω για μια τέτοια σπουδαία ποδοσφαιρική νίκη. Είναι που δεν μπορώ. Και δεν μπορώ γιατί δεν μ' αφήνουν.
Ας αφήσω κατά μέρος το γεγονός πως η νίκη της Εθνικής Ομάδας Ποδοσφαίρου δεν με κάνει ολιγότερο άνεργο, έναν από τους απολυμένους της ΕΡΤ και ιδιαίτερα του «Τρίτου Προγράμματος», το οποίο λυμαίνονται διάφοροι και διάφοροι έμποροι λευκών ειδών της επωνυμίας, αλλ' όμως γνώστες βαθείς της μουσικής, ου μην αλλά και των ελληνικών της γλώσσας και των ελληνικών της σκέψεως, αλλά και των ελληνικών της Αριστεράς, προσποριζόμενοι ίδιον όφελος. Όφελος το οποίο δυστυχώς -με κάθε επιείκεια- αποδέχεται η Αριστερά. Όλοι αυτοί οι εμπορευάμενοι την υψηλή ποιότητα της καμαροφρύδας ευαισθησίας, αυτής της αλγεινής μουσίτσας που «τρουπώνει» όπου βρει χωρίς να ντρέπεται για το κακό -πάντοτε υψηλής ποιότητας- που διαχέει. Δεν αισθάνομαι λοιπόν ολιγότερον άνεργος ακόμα και μετά τον θρίαμβο της Εθνικής Ποδοσφαιρικής μας ομάδας, ο οποίος, όπως ομολογούν με υπερήφανη αίσθηση ελληνοχριστιανικής καταρτίσεως οι ποδοσφαιριστές μας, κατέστη δυνατός με τη βοήθεια του Θεού. Βοήθησε, απ' ό,τι μας λένε οι γνώστες, και η Παναγία, αλλά κυρίως ο Θεός ήταν ο ανιματέρ της προσπάθειας.
Θα έπρεπε βέβαια να πανηγυρίσω γιατί πάνω από το άνεργος είμαι Έλληνας. Έλληνας βέβαια μαζί με τους Μυτιληναίους, τους Μπομπολαίους και τους άλλους Έλληνες αυτού του είδους που τους χαρίζεται η ΔΕΗ για να σκοτεινιάσουν ακόμη περισσότερο τη ζωή μου. Τους τη χαρίζει ο Σαμαράς (όχι ο ποδοσφαιριστής), ο Βενιζέλος, ο πρόθυμος (και τεράστιος) στρατός των δουλόφρονων που υπάρχει σαν κόκκινη κλωστή σ' όλη την κλίμακα της ελληνικής κοινωνίας, ο ίδιος τεράστιος στρατός που επεκτείνεται από την πλατεία Ομονοίας των ποδοσφαιρικών πανηγυρισμών (όπως και επί χούντας) μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα της ναζιστικής χρυσαυγίτικης εγκληματοσύνης και της πρόσφατης νεοναζιστικής γρονθοκοπικής πειθούς προκειμένου η λαθρεμπορία της Μελισσανίδιας οικονομικής αντίληψης να γίνει εμπόριο κατεστραμμένων ψυχών και άεργων μυαλών και -άρα επιθετικών- κερματισμένων σωμάτων, στη Νέα Φιλαδέλφεια. Πώς να πανηγυρίσεις όταν αντιλαμβάνεσαι ότι το συστημικό κέρδος αυτής της ποδοσφαιρικής νίκης είναι πιο πέρα, πιο πάνω και πιο βαθιά από το ταξικό κέρδος της υπεραξίας; Πώς να πανηγυρίσεις όταν αντιλαμβάνεσαι ότι το ταξικό κέρδος παράγεται από την ανεργία, αντιστρέφοντας με θηριώδη φαντασία όλα τα εργαλεία ερμηνείας όχι μόνο της πτωχείας, αλλά και της κατοχής των εργαλείων παραγωγής;
Πώς να πανηγυρίσεις όταν την ώρα των πανηγυρισμών περνάει από τη Βουλή με την άθλια διαδικασία του κατεπείγοντος το νέο καταστροφικό χωροταξικό; Ή, όπως θα έλεγε ο Γιώργος Σκούρτης, «μπήκαν στην πόλη οι οχτροί κι εμείς φωνάζαμε ζήτω και γεια την άλλη μέρα». Πώς να πανηγυρίσεις όταν την ώρα των πανηγυρισμών ένας 71χρονος στην Καλαμάτα αυτοκτονούσε επειδή η Τράπεζα Πειραιώς του βούτηξε την πενιχρή κατάθεση των 3.500 ευρώ για δύο καθυστερημένες δόσεις καλλιεργητικού δανείου;
Στα χέρια μου δεν έχω τίποτα. Είμαι άνεργος. Πώς να πανηγυρίσω; Πώς να το πω με τρόπο που να το ακούσει ο διπλανός μου άνεργος ότι ο Έλλην ποδοσφαιριστής Σαμαράς εκτέλεσε το κάθε πέναλτι της κάθε τράπεζας εις βάρος της ανεργίας μου; Ζήτω λοιπόν. Η Ελλάδα νίκησε. Η Ελλάδα των ηρώων. Ας μη στερήσουμε από τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών αυτή τη χαρά. Ας μη τις στερήσουμε από τη χαρά ενός επόμενου ξυλοδαρμού. Η Ελλάδα νίκησε! Είναι στις 16 καλύτερες ποδοσφαιρικές ομάδες του κόσμου. Ας μη στερήσουμε από τον αγαθό πρεσβύτη του Προεδρικού Μεγάρου τα συμπαγή εύγε ενός ολόκληρου Έθνους που το έκαμε περήφανο η νίκη.
Είναι σ' αυτό το συμπαγές που δεν μπορώ να πανηγυρίσω. Δεν μπορώ να κινηθώ βλέποντας μια σημαία ακίνητη πάνω από τους άστεγους και μια σημαία παγωμένη μέσα στο βλέμμα των απελπισμένων στα νοσοκομεία, στα πεζοδρόμια, στα υπόνομα ρήματα, στα υποβρύχια φάρμακα σημαιών που ποτέ δεν πανηγύρισαν.
Ούτε κι εγώ πανηγυρίζω. Γιατί είμαι άνεργος. Άνεργος μαζί με όλους τους άνεργους. Μερικούς από αυτούς τους επισκέφτηκε προχτές ο Μανού Τσάο. Στη ΒΙΟΜΕ, στη μητέρα Θεσσαλονίκη. Σέρνοντας πίσω του τον ήχο που γεωμετρεί και αναμετράται με το χρόνο: τη μουσική. Το χορευτικό μετέχειν -άρα τη μέθη- στον κόσμο. Πού πήγε ο Μανού Τσάο; Σε ανθρώπους που παλεύουνε με τα νερά, με τα νερά που τρέχουν μέσα στη ζωή τους, για να φτιάξουν σπίτια από σταθερό νερό. Πάει να πει από αίσθημα συμπαγές κάθε υγρής συντροφικότητας. Δεν είναι μακριά η ΒΙΟΜΕ. Το θέμα είναι, από πού δεν είναι μακριά; Από τη νίκη της Εθνικής Ποδοσφαιρικής Ομάδας; Από τον Μανού Τσάο; Από την ανεργία; Γιατί από κάπου πρέπει να είναι μακριά. Αλλιώς -πρέπει να πω- μας νίκησαν. Κι ας έχουμε νικήσει.
Γι' αυτό δεν μπορώ να πανηγυρίσω.