Ο κόσμος που μαζεύτηκε το μεσημέρι της Τετάρτης, στο Νεκροταφείο των Αγ. Αναργύρων, προκειμένου να αποχαιρετίσει τον Μιχάλη Πρωτοψάλτη, τον "Κόκορα", όπως τον φώναζαν παλιά, από το περιοδικό που εξέδιδε, με τον τίτλο Ο Κόκκορας που λαλεί στο σκοτάδι, θύμιζε συγκέντρωση παλαιών πολεμιστών...
Όλος ο πάλαι ποτέ "χώρος" των Εξαρχείων, ίδια πρόσωπα, με τα ίδια μακριά μαλλιά, μονάχα τώρα πια περισσότερο ασπρισμένα, σύντροφοι από τους κοινωνικούς αγώνες της δεκαετίας του '80, φίλοι από τον χώρο της Αριστεράς, όπως ο Θοδωρής Δρίτσας, αλλά και νεότεροι, από το εναλλακτικό οικολογικό κίνημα, αποχαιρέτησαν, κάποιοι υψώνοντας τη γροθιά, το σκεπασμένο με την ιστορική μαυροκόκκινη σημαία φέρετρο.
Πολιτική η κηδεία του Μιχάλη, έπρεπε να ανακαλύψει η ίδια το τελετουργικό της. Να βρεθούν έξι ισοϋψείς σύντροφοί του να πάρουν στους ώμους το φέρετρο, να αυτοσχεδιαστούν μάλλον οι επικήδειοι... Δυο λόγια μονάχα, από παλιούς συνοδοιπόρους, στον αναρχικό και τον οικολογικό χώρο, για τον Μιχάλη που τον "κέρδισε η ουτοπία", για την πίστη του στην κοινωνική οικολογία, την αγάπη του για τα βιβλία, την τελευταία ουτοπία που μάταια πάλεψε, τη δημιουργία ενός "κόμματος της αναρχίας" που να παρουσιαζόταν στις ευρωεκλογές.
Κι ύστερα, σιωπή. Όλοι εκείνοι που κάποτε στα αμφιθέατρα δεν σταματούσαν να μιλούν, έμεναν βουβοί στην ερώτηση της πρώτης του συντρόφου, της Μαρίας, αν θέλει να μιλήσει κάποιος ακόμα για τον Μιχάλη. Βουβοί, ακολούθησαν μέχρι τον σκαμμένο τάφο. Ένα λουλούδι, μια χούφτα χώμα, ένα "αντίο, σύντροφε"...
Τα υπόλοιπα, ανήκουν στην ιστορία. Κι αυτήν την ιστορία θα την γράψουμε κάποτε, Μιχάλη.