Η Λένα Κιτσοπούλου φρόντισε να αφοπλίσει τους κριτικούς της από την πρώτη κιόλας σκηνή της Κοκκινοσκουφίτσας της, όταν η ταξιθέτρια που υποδεχόταν τους θεατές στη Μικρή Σκηνή της Στέγης θα βρεθεί στο μέσον της σκηνής και, μέσα σε έναν καταιγιστικό βρίζοντας-το-κοινό μονόλογο, θα απευθυνθεί και στον φανταστικό κριτικό λέγοντάς του: «Δουλειά είναι τώρα αυτή που κάνεις; Να κάθεσαι αναπαυτικά και να με κρίνεις;».
Αυτός ο εκρηκτικός μονόλογος της Νεφέλης Μαϊστράλη θα διακοπεί απότομα από έναν πυροβολισμό: ο κυνηγός του παραμυθιού (Γιάννος Περλέγκας), αφού εξηγήσει στο κοινό ότι μιλάει βλάχικα για τις ανάγκες του έργου και όχι αφ' εαυτού του, θα δώσει κλώτσο να γυρίσει και το παραμύθι της «καλτ» (όπως χαρακτηρίζεται στο ενημερωτικό υλικό) συγγραφέως και σκηνοθέτιδας να ξεκινήσει...
Μέσα στο εξαιρετικό σκηνικό που δημιούργησε η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου, πετυχαίνει να αποδώσει την ασφυκτική οικογενειακή ατμόσφαιρα που δημιουργείται ανάμεσα στη μητέρα (Ιωάννα Μαυρέα) και την κόρη της, την Κοκκινοσκουφίτσα (Έμιλυ Κολιανδρή), ασφυξία και παράνοια την οποία επιτείνει η επαναληπτικότητα του παραμυθιού, που πρέπει κάθε μέρα να επιτελείται, ξανά και ξανά, έτσι που «το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει».
Ακόμη και την εντελώς παράλογη εμφάνιση ενός αδελφού (Γιάννης Κότσιφας), που θα αναλάβει για μία και μόνο φορά να παίξει τον ρόλο της Κοκκινοσκουφίτσας, θα την «καταπιεί» ο αέναα παροντικός χρόνος της οικογενειακής ακινησίας, χωρίς ερωτήματα και προβληματισμούς...
«Η οικογένεια βλάπτει σοβαρά την υγεία», είναι σαν να μας λέει η Λ. Κιτσοπούλου, «η οικογένεια σκοτώνει»... Ακόμη κι όταν το «θαύμα», που αναζητούν οι ήρωες του παραμυθιού, για να σπάσει ο κύκλος της επαναληπτικότητας, συμβαίνει και η Κοκκινοσκουφίτσα μπορεί πια να αφήσει ελεύθερη την οιδιπόδεια σεξουαλικότητά της, το αποτέλεσμα δεν θα είναι παρά ένα λουτρό αίματος... Παρουσιασμένο μάλιστα από την Σταχτοπούτα (Λένα Κιτσοπούλου), που σαν κομφερανσιέ σκυλάδικου αναγγέλλει, παρεμπιπτόντως, ότι «στη μεγάλη αίθουσα κάτω είναι ο Δημητράκης ο Παπαϊωάννου με τα μπαλέτα του»...
Όλα πρέπει να τελειώσουν μέσα στο αίμα, όλοι πρέπει να ξαπλωθούν νεκροί επί σκηνής, προκειμένου να ανάψει στην οθόνη η επιγραφή «Η παράσταση τελείωσε» και οι θεατές να χειροκροτούν αμήχανοι, μη καταλαβαίνοντας αν οι ηθοποιοί θα σηκωθούν για την υπόκλιση ή όχι, παρατείνοντας έτσι το χειροκρότημά τους.
Όμως η αμηχανία αυτή των θεατών, ευανάγνωστο σκηνοθετικό τρυκ, ένα από τα πολλά, άλλωστε, της παράστασης, είναι ουσιαστικά απότοκο της ίδιας της δραματουργικής αμηχανίας, που ήθελε, καλά και σώνει, όλα να ολοκληρωθούν με ένα λουτρό αίματος. Το αποτέλεσμα ήταν οι ηθοποιοί να πηγαινοέρχονται σε μια ολόκληρη τελευταία σκηνή αναζητώντας έναν, δραματουργικά αδικαιολόγητο, τρόπο για να «πεθάνουν»...
Μια ακόμη παρατήρηση σε ό,τι αφορά τη γλώσσα: Δεν νομίζω πως υπάρχει κανείς, τουλάχιστον ανάμεσα στο κοινό της Λ. Κιτσοπούλου, που να «σοκάρεται» στο άκουσμα αγοραίων εκφράσεων οι οποίες, καλώς ή κακώς, έχουν περάσει στον καθημερινό μας λόγο. Περισσότερο κι από «πρόκληση», τέτοιου τύπου «αβρότητες» λειτουργούν μάλλον σαν παράταιρα στολίδια, που στο τέλος πνίγουν τη γλώσσα αντί να την αναδεικνύουν.