Live τώρα    
Το καρότσι της Χέυδεν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το καρότσι της Χέυδεν

Στη Γεωργία και στα παιδιά

Μεσούσης της χούντας, ένα καρότσι με προοδευτικά βιβλία και μια λάμπα ασετυλίνης μάς κρατούσε παρέα και μας έδινε κουράγιο. Από στόμα σε στόμα μαζευόταν ένας κόσμος που αγαπούσε το καλό βιβλίο. Λίγο παραπάνω, στα δεξιά, ήταν το πατρικό σπίτι του Μένη Κουμανταρέα. Παλιός θαμών της πλατείας Βικτωρίας. Λίγο παραπάνω, πριν χρόνια, στο φροντιστήριο του Γκιζελή έκανα μαθήματα για εισαγωγικές εξετάσεις. Μια περιοχή με ιστορία και ιδιαίτερο επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια υποβαθμίστηκε. Άλλαξε η σύσταση του πληθυσμού, σκούρυναν τα πράγματα. Σιγά-σιγά θα διορθωθούν κι αυτά. Να δούμε με την ψυχή μας τι θα κάνουμε. Λοιπόν, ένας ευσταλής νέος ήταν ο βιβλιοπώλης, με φουλάρι στον λαιμό. Ευγενής και πρόθυμος στη συζήτηση. Τον λέγανε Κώστα Νικολάκη. Αν προχωρούσες λίγο, έφτανες στην πλατεία, όπου και το άγαλμα. Γι' αυτό δημιούργησε ο φίλος μου Λευτέρης Παπαδόπουλος το υπέροχο ομώνυμο τραγούδι που έγραψε ιστορία.

Μια βραδιά, λοιπόν, γύρω στο 1971, μετά την επίσκεψη στο σπίτι του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (που είχαμε συνδεθεί λόγω των βιβλίων και τον έβλεπα δύο φορές την εβδομάδα μέχρι που αποδήμησε), πήρα το τρόλεϊ και κατέβηκα εκεί, στο καρότσι, και μετά θα πήγαινα στο σινεμά "Στούντιο" εκεί κοντά. Σινεμά τέχνης, που είχε ο ποιητής και σκηνοθέτης Σωκράτης Καψάσκης. Από ώρα αντιλαμβάνομαι τον χαφιέ πίσω μου να με παρακολουθεί. Κοιτάζω τα βιβλία, συνομιλώ με τον Κώστα, αγοράζω ένα βιβλίο του "Κάλβου" για το θέατρο κι αυτός, σε απόσταση αναπνοής από τον σβέρκο μου, άκουγε. Ένιωθα την ανάσα του. Αδύνατος, με λεπτό μουστάκι. Γυρνάω απότομα και τον ρωτάω: "Μήπως γνωριζόμαστε από τον στρατό;". "Όχι", ψέλλισε κι έφυγε.

Τα είπαμε μετά από μέρες με τον Κανελλόπουλο και μου λέει: "Είναι χρόνια εδώ, απ' έξω από το σπίτι, μας χαιρετάει κιόλας. Ένα πρωί η Νίτσα (η σύζυγός του) τον έστειλε να της φέρει τσιγάρα! Τα ελεύθερα της ανελευθερίας".

Πολλοί νέοι κάθε βράδυ, γύρω από το καρότσι, σχημάτιζαν ένα ηλιοτρόπιο μέσα στη σκοτεινιά. Μετά έμαθα ότι πολλοί λογοτέχνες (μεγάλοι και νέοι σύχναζαν) στο υπαίθριο βιβλιοπωλείο της Χέυδεν. Ύστερα ο αγαπητός μας Κώστας έκανε απέναντι από το κτήριο του ΟΤΕ μόνιμο παλαιοβιβλιοπωλείο και εκδόσεις, την "Εκάτη". Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ο φίλος μου ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος (κάτοικος της περιοχής) με πήγε εκεί στο υπογειάκι και σχεδόν κάθε εβδομάδα πηγαίναμε, πίναμε το ουίσκι μας με εξαίρετο οικοδεσπότη τον Κώστα Νικολάκη. Πολλές φορές μαζί με τους Αντώνη Φωστιέρη, Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Μιχάλη Γκανά, Κώστα Μουρσελά, Θανάση Νιάρχο, Κωστή Γκιμοσούλη και πολλούς νέους ποιητές. Στην πλατεία πάλι, το 1965, μια φίλη μου με πήγε να δω τον Μένη Κουμανταρέα (είχα διαβάσει τα "Μηχανάκια"). Τον κοιτούσα από μακριά. Ευθυτενής, με λευκό πουκάμισο και μαύρο παντελόνι (ήταν καλοκαίρι). Τότε δεν φαντάστηκα πόσο θα συνδεόμουν με αυτόν τον συγγραφέα μέχρι σήμερα.

Λοιπόν, ο Κώστας Νικολάκης έγραφε ποιήματα, ωραία ποιήματα, ήξερε το βιβλίο όσο λίγοι και ήταν μια όαση. Ο ίδιος ήταν δώρο Χριστού για μας. Χαιρόμουν που πήγαινα και ήμουν σε έναν χώρο που, χωρίς υπερβολή, τον ένιωθα σπίτι μου.

* Ο Γιάννης Κοντός είναι ποιητής

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0