Live τώρα    
17°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
17 °C
15.9°C18.7°C
2 BF 68%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
17 °C
15.9°C17.7°C
3 BF 55%
ΠΑΤΡΑ
Σποραδικές νεφώσεις
16 °C
14.9°C18.2°C
2 BF 68%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
18 °C
16.9°C17.8°C
3 BF 63%
ΛΑΡΙΣΑ
Σποραδικές νεφώσεις
16 °C
15.7°C15.9°C
2 BF 63%
Δημήτρης Παπαχρήστος στην «Α» / Χρέος τιμής να δώσω φωνή στους νεκρούς του Πολυτεχνείου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Δημήτρης Παπαχρήστος στην «Α» / Χρέος τιμής να δώσω φωνή στους νεκρούς του Πολυτεχνείου

134156334b.png

«Επειδή οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν, θεωρώ χρέος τιμής να τους δώσω τη φωνή τους και να πω ότι η φωνή μου στον ραδιοφωνικό σταθμό τότε, όπως και των συντρόφων μου, δεν ήταν δική μου, αλλά ήταν όλων των εξεγερμένων». Η φωνή του, οι εκκλήσεις του προς τους στρατιώτες «Είμαστε αδέλφια» λίγο πριν την είσοδο του τανκς έχουν στοιχειώσει τις μνήμες. Όμως ο ίδιος επιμένει: «Δεν ήμασταν ήρωες, νέοι ήμασταν που θέλαμε να αποδείξουμε τη νιότη μας σε ό,τι μας καταπίεζε και μας καταδυνάστευε». Και ακόμα περισσότερο ότι «το Πολυτεχνείο δεν έχει ιδιοκτήτες, ανήκει σε όλους εκείνους που συνεχίζουν να αγωνίζονται».

Ο Δημήτρης Παπαχρήστος μιλάει συχνά για εκείνες τις εμβληματικές ημέρες της εξέγερσης. Πρώτη φορά, ωστόσο, καταγράφει σε βιβλίο λεπτό προς λεπτό τις τελευταίες στιγμές της εξόδου από το Πολυτεχνείο. Το καινούργιο βιβλίο του «Δεν αδειάζουμε να πεθάνουμε» (εκδόσεις Τόπος) πάει πίσω στον χρόνο και στα διανυμένα 50 χρόνια από την εξέγερση δίνει την αφορμή να ξαναθυμηθούμε, να ξανασκεφτούμε την Ιστορία. Χειμαρρώδης συνομιλητής, άλλοτε εύχαρις και άλλοτε εμφανώς συγκινημένος, θυμάται εκείνες τις ώρες. Μιλάει με πάθος αλλά και με συστολή απέναντι στο ιστορικό γεγονός που για τον ίδιο είναι ζώσα Ιστορία και συνταρακτικό βίωμα. Λίγες ημέρες πριν την παρουσίαση του βιβλίου του, την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου, στην Αρχιτεκτονική του ΕΜΠ (6.30 μ.μ.) από τους Κώστα Λαλιώτη, Πέτρο Μανταίο, Γιώργο Παυλάκη, με συντονιστή τον Γιώργο Σταματόπουλο, μιλάει για τις σελίδες που έγραψε «με τη μελάνη της μνήμης» του.

Είναι η πρώτη φορά που αφηγείσαι και μάλιστα λεπτό προς λεπτό τις τελευταίες στιγμές της εξόδου από το Πολυτεχνείο. Τι σε οδήγησε να γράψεις τώρα αυτά τα γεγονότα; Είναι τα 50 χρόνια ζώσας Ιστορίας που συμπληρώνονται φέτος;

Δεν ξέρω πώς οδηγήθηκα να γράψω για πρώτη φορά αυτά που έζησα εκείνες τις στιγμές. Η πρόθεσή μου δεν ήταν αυτή, γιατί το βιβλίο μιλάει για το σήμερα, για την κατάσταση που ζούμε, οι ήρωές του είναι υπαρκτοί που μυθιστορηματική αδεία τούς έχω πεθάνει. Οι δύο από αυτούς, ο Κοκόλας και ο Στέλιος, έζησαν τα γεγονότα τότε, ο ένας στη Θεσσαλονίκη και ο άλλος στην Αθήνα. Θέλοντας να μιλήσω για όσα έγιναν στη Θεσσαλονίκη, ο Στέλιος μετατράπηκε σε αφηγητή μου, κι έτσι μέσα από το βιβλίο φωτίζεται και η κατάσταση όπως διαμορφώθηκε εκεί. Γράφω, μάλιστα, και το παράπονο του Στέλιου ότι δεν υπήρξαν οπτικά ντοκουμέντα από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, που κι εκεί κατέβηκαν τα τανκς με τον Σδράκα πρύτανη. Μπορεί μια φωτογραφία να είναι χίλιες λέξεις, αλλά μπορεί και μία λέξη να είναι χίλιες φωτογραφίες. Στο Πολυτεχνείο διασώθηκε η στιγμή που μπαίνει το τανκ από τον Ολλανδό ρεπόρτερ Άλμπερτ Κουράντ που ήταν στο Ακροπόλ, δίπλα από τους ελεύθερους σκοπευτές της Χούντας. Χωρίς το φιλμ του Κουράντ θα έπρεπε να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες.

Ολη αυτή η συσσωρευμένη βιωματική μνήμη φαίνεται πως με οδήγησε να γράψω τώρα για την έξοδο. Γιατί η μνήμη είναι η ίδια μας η ύπαρξη και αυτό που μας σημάδεψε έχει γίνει ζώσα μνήμη που αντιστέκεται και στη φθορά του χρόνου και σε κάθε μορφή εξουσίας. Δεν αντέχω πια, όπου κι αν πηγαίνω, να υπάρχει κάποιος να με ρωτάει αν είχαμε νεκρούς στο Πολυτεχνείο. Από τότε μέχρι τώρα καλλιεργήθηκε αυτή η εντύπωση ότι δεν είχαμε νεκρούς στο Πολυτεχνείο και μετά αναγκαστήκανε να λένε ότι δεν υπάρχουν νεκροί μέσα, αλλά έξω από το Πολυτεχνείο, λες και υπάρχει διαφορά στον θάνατο αν ήταν μέσα ή έξω. Οι τραυματίες είναι ζωντανοί και κουβαλάνε το Πολυτεχνείο στη ζωή τους και επειδή οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν, θεωρώ χρέος τιμής να τους δώσω τη φωνή τους και να πω ότι η φωνή μου στον ραδιοφωνικό σταθμό τότε, όπως και των συντρόφων μου, δεν ήταν δική μου, αλλά ήταν όλων των εξεγερμένων. Και επειδή είναι υπαρκτή ακόμα η προσπάθεια να διαβάλουν, να καπηλευτούν την εξέγερση και το Πολυτεχνείο, καλλιεργώντας το ψεύδος, χρεώνοντάς μας ότι παίξαμε το παιχνίδι του Ιωαννίδη, που μόνοι τους στη δίκη της Χούντας, ακόμα και ο Παλαΐνης, πρωτοπαλίκαρο του Ιωαννίδη, παραδεχτήκανε ότι δύο μήνες πριν το Πολυτεχνείο είχαν σχεδιάσει την ανατροπή του Παπαδόπουλου, η προπαγάνδα και η τοτινή και η σημερινή όχι μόνο δεν έπιασαν, αλλά τους ξεμπρόστιασαν.

Από τότε για όλα φταίνε το Πολυτεχνείο και η γενιά της εξέγερσης, μας χρεώνουν ακόμα και την τραγωδία της Κύπρου, καθώς και τη Μεταπολίτευση που ζούμε μέχρι σήμερα. Έλα, όμως, που και μόνο η φωτογραφία του Γκιζίκη που ορκίζει τον Καραμανλή φανερώνει την εξέλιξη της Μεταπολίτευσης, που έφτασε να προκηρύξει εκλογές στις 17 Νοέμβρη του 1974. Τότε, όμως, κάναμε την πρώτη διαδήλωση που πέρασε από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας για πρώτη φορά και δεν κατευθυνθήκαμε στην αμερικάνικη πρεσβεία, αλλά στην Καισαριανή για να τιμήσουμε τους 200 νεκρούς από τους ναζί την Πρωτομαγιά του 1944 με το σύνθημα «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Πολυτεχνείο».

Ετσι συνδέεται η ιστορική μνήμη;

Ετσι συνδέεται η Ιστορία γιατί πριν από μας υπήρξαν άλλοι που πολέμησαν για την απελευθέρωση της πατρίδας μας και δώσαν τη ζωή τους. Αυτή η χώρα κουβαλάει την αντίσταση από αρχαιοτάτων χρόνων, από την εποχή του Μαραθώνα μέχρι το 1821, το 1040-41 και έρχεται και η εξέγερση του Πολυτεχνείου να ξελασπώσει την πατρίδα μας, που υποτίθεται ότι γέννησε τη Δημοκρατία, την ελευθερία, το θέατρο και βγαίνει μέσα από τα κόκαλα, που λέει και ο ποιητής μας, των Ελλήνων τα ιερά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο εθνικός ύμνος, όταν αρχίσαμε να τον λέμε στον σταθμό του Πολυτεχνείου την Παρασκευή πριν μπει το τανκ, ειπώθηκε όπως δεν έχει ειπωθεί άλλη φορά. Οι τελευταίες μου κουβέντες ήταν ότι ο αγώνας συνεχίζεται με τα όπλα που διαθέτει καθένας από δω και πέρα. Ο αγώνας συνεχίζεται, το «εδώ Πολυτεχνείο» το λένε και τα παιδιά σήμερα όπως μαθαίνουν την αλφαβήτα και νοσταλγούν κάτι που δεν έχουν ζήσει. Αυτό σημαίνει ότι θα συνεχίσουν από εκεί που δεν μπορέσαμε εμείς, γιατί είναι και δική τους κληρονομιά.

Τι δεν μπορέσατε εντέλει εσείς;

Να ανατρέψουμε το σύστημα, να φτιάξουμε τον κόσμο που ονειρευτήκαμε και πιστέψαμε.

Γι’ αυτό γράφεις στο βιβλίο σου ότι «το Πολυτεχνείο έγινε σύμβολο και μας ξεπέρασε»; Για μια ουτοπία εντέλει εξεγερθήκατε;

Το Πολυτεχνείο δεν έχει ιδιοκτήτες, ανήκει σε όλους εκείνους που συνεχίζουν να αγωνίζονται. Εμείς παλέψαμε για μια ουτοπία που βρήκε τον τόπο της. Το αυθόρμητο αυτής της εξέγερσης αυτοοργανώθηκε σε τέτοιο βαθμό, με γενικές συνελεύσεις, με ανακλητούς εκπροσώπους στη Συντονιστική Επιτροπή και με μια οργάνωση που η άμεση δημοκρατία λειτούργησε σαν να είχαμε γίνει μια μεγάλη κομμούνα. Ο ραδιοφωνικός σταθμός ήταν το δικό μας όπλο για να ακουστούμε σπάζοντας τη μοναξιά στο κέντρο της Αθήνας. Το «αδέλφια μας φαντάροι» δεν ειπώθηκε τυχαία. Το «είμαστε αδέλφια, να μην χυθεί αίμα», το ότι «είμαστε άοπλοι» και το ότι «το μόνο μας όπλο είναι η πίστη στην ελευθερία και στη Δημοκρατία» δημιούργησε ρήγματα μέσα στην ίδια την παντοδυναμία του καθεστώτος.

Εσύ το ένιωθες εκείνες τις στιγμές;

Οχι μόνο το ένιωθα, αλλά το πίστευα κιόλας, γιατί αυτά τα φανταράκια θα μπορούσαν να είναι στη θέση μας. Όταν τα είδα απ’ έξω, κρατούσαν το όπλο τους σαν να τους είχε πέσει το πουλί τους. Και ήταν έτσι. Γι’ αυτό, εν αντιθέσει με τους αστυνομικούς, δεν βιαιοπραγούσαν.

Δεν φοβόσασταν;

Είναι αλήθεια ότι όπου πηγαίνω μου κάνουν αυτή την ερώτηση. Αν πει κανείς ότι δεν φοβότανε μπροστά στο τανκ και ότι δεν φοβόταν τον θάνατο, θα ήταν ψέμα. Φοβόμασταν, αλλά μοιραστήκαμε τον φόβο και τον υπερβήκαμε. Δεν ήμασταν ήρωες, θέλαν να μας κάνουν ήρωες, να μας βάλουν σε ένα βάθρο και να μας ρίξουν από εκεί για να ακουστεί ο γδούπος ώστε να φοβίσουν τους νέους. Δεν ήμασταν ήρωες, το είπε και ο Ρίτσος: «Αλίμονο σε ένα λαό που έχει ανάγκη από ήρωες». Ήμασταν αυτό που είναι και τα σημερινά παιδιά. Νέοι που θέλαμε να αποδείξουμε τη νιότη μας σε ό,τι μας καταπίεζε και μας καταδυνάστευε.

Στον αναγνώστη του βιβλίου σου κάνει μεγάλη εντύπωση η λεπτομερής καταγραφή των γεγονότων εκείνης της βραδιάς. Κράτησες ημερολόγιο ή η πραγματικότητα έχει μπλεχτεί με τη μυθοπλασία;

Η ίδια μας η ζωή ξεπερνάει και το μυθιστόρημα. Γι αυτό δεν ονομάζω το βιβλίο μυθιστόρημα. Γιατί είναι και το παρελθόν, όχι για να γυρίσουμε πίσω και να μείνουμε εκεί πέρα, αλλά για να πάρουμε φόρα να συναντήσουμε και να ζήσουμε το τώρα και να προλάβουμε το μέλλον που έρχεται και δεν προμηνύεται ευοίωνο. Η αλήθεια είναι ότι εκείνες τις ημέρες, όταν κρυβόμουνα, κατέγραψα ό΄,τι είχαμε ζήσει τις ημέρες του Πολυτεχνείου. Δυστυχώς, ενώ αυτό το ημερολόγιο υπάρχει μέσα σε έναν φάκελο μαζί με τα μαλλιά μου, που μου είχαν ξεριζώσει έναν ακριβώς χρόνο πριν ο Σμαΐλης, ο Μπάμπαλης και ο Καραπαναγιώτης όταν με είχαν συλλάβει τον Μάιο του 1972, φοιτητή ακόμα στην ΑΣΟΕ, αυτόν τον φάκελο που υπάρχει μέσα στο σπίτι μου δεν έχω κατορθώσει ακόμα να τον βρω. Έχοντάς τον, όμως, στο μυαλό μου, γύρισα πίσω μετά από 50 χρόνια και η γραφή πάλι με βοήθησε να διασώσω τις τελευταίες στιγμές της εξόδου από το Πολυτεχνείο.

Εσύ πώς βρέθηκες στο Πολυτεχνείο;

Η Χούντα αναγκάστηκε στις 9 Νοεμβρίου του ’73 να μας δώσει προσωρινό απολυτήριο από τον στρατό για να συνεχίσουμε τις σπουδές μας. Εγώ βρέθηκα να υπηρετώ στην Ξάνθη στις 17 Φεβρουαρίου του ’73, όταν το καθεστώς με τον Νόμο 1347 μας έκοψε την αναβολή για να αποκεφαλίσει το φοιτητικό κίνημα. Για πρώτη φορά τότε οι συμφοιτητές μας καταλαμβάνουν τη Νομική και την ξανακαταλαμβάνουν 20 Μαρτίου του ίδιου χρόνου με το σύνθημα «Φέρτε μας τα αδέλφια μας πίσω». Η Νομική φανέρωνε ότι δεν είχαμε άλλη διέξοδο από τη σύγκρουση και την εξέγερση. Όταν αποστρατευτήκαμε, έφτασα κατευθείαν στο Πολυτεχνείο γιατί συνεδριάζανε σε γενικές συνελεύσεις οι φοιτητές προκειμένου να αποφασίσουν αν θα γίνει κατάληψη ή όχι. Η καλύτερη υποδοχή για μας ήταν να αποφασιστεί η κατάληψη. Η απόφαση πάρθηκε την Τρίτη 13 Νοεμβρίου. Εκεί εξελέγησαν οι εκπρόσωποι ανακλητοί για τη Συντονιστική Επιτροπή, ανάμεσά τους ήμουν κι εγώ. Η αλήθεια είναι ότι τότε δεν ξέραμε ότι γράφαμε Ιστορία. Αυτό που ξέραμε, όμως, είναι ότι παλεύαμε για το ψωμί, που ήταν το δικαίωμα στη δουλειά, για την Παιδεία, που την είχαν κάνει όργανό τους, και για την ελευθερία. Δυστυχώς, έχουμε την ψευδαίσθηση και της ελευθερίας, γιατί είναι ελεγχόμενη και σήμερα, για την Παιδεία που την εμπορευματοποιούν, την ιδιωτικοποιούν και για την εργασία, που τα μισά από τα παιδιά μας σήμερα είναι άνεργα και όσα απ’ αυτά δουλεύουν εργάζονται σε συνθήκες γαλέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι φωνάζουν στους δρόμους και σήμερα «Το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε το ’73», «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

Πότε τελειώνει ένα Πολυτεχνείο;

Δεν τελειώνει. Δεν υπήρξε άπαξ, θα υπάρχει διά παντός όσο θα είμαστε κάτω από την κυριαρχία μιας Ευρώπης των μονοπωλίων και της Ενωμένης Ευρώπης της Γερμανίας, όσο ο ιμπεριαλισμός, αμερικανικός και μη, θα απειλεί και θα καταδυναστεύει την ανθρωπότητα. Αυτό που ζούμε σήμερα στην Παλαιστίνη έχει να κάνει μ’ αυτά τα δικά τους συμφέροντα και με τις γεωστρατηγικές ανακατατάξεις που δημιουργούν είτε στην Ουκρανία είτε στη Μέση Ανατολή. Κάποτε φωνάζαμε «Ελλάδα-Κύπρος-Παλαιστίνη, Αμερικάνος δεν θα μείνει». Δυστυχώς, μετά από 50 χρόνια η κατάσταση δεν έχει αλλάξει, η Παλαιστίνη βρίσκεται υπό κατοχή, παρόλο που όλοι και ο ΟΗΕ μιλάνε για δύο κράτη, αφήνουν το Ισραήλ να δημιουργεί νέο ολοκαύτωμα, μια γενοκτονία στη Γάζα, και να κάνουν ό,τι είχαν υποστεί οι ίδιοι από τους Γερμανούς ναζιστές.

Γιατί έδωσες τον τίτλο στο βιβλίο σου «Δεν αδειάζουμε να πεθάνουμε»;

Ο τίτλος προέκυψε από κάτι που λέει ο λαός μας, προπαντός αυτοί που αγωνίζονται για την αξιοπρέπειά τους και δεν κάνουν τη χάρη ακόμα και στον θάνατο να τους πάρει. Γιατί ο θάνατος είναι αθάνατος μεν, αυτός δεν γερνάει ποτέ, που έλεγε και η μάνα μου, αλλά γίνεται και πυξίδα ζωής. Αυτό αισθανόμουν γράφοντας το βιβλίο με τη μελάνη της μνήμης μου.

 Η μνήμη σε οδηγεί να γράφεις;

Μου συμβαίνει κάτι περίεργο. Ενώ μπορεί να μην θυμάμαι τι έφαγα χθες, όταν βρίσκομαι μπροστά σε μια λευκή κόλλα χαρτί έρχονται και με βρίσκουν όλα αυτά που έζησα βιωματικά. Με βοηθάνε να εξακτινώνομαι σε ό,τι έχει υπάρξει πριν από μας, γιατί η Ιστορία γίνεται λογοτεχνία. Σε όλα μου τα βιβλία, πάνω από 25 πια, ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, όλα αυτά είναι ένα βιβλίο, το βιβλίο της ζωής μου.

Η ζωή σου έχει στοιχειωθεί από το Πολυτεχνείο;

Νομίζω ότι όσοι το ζήσαμε και συμμετείχαμε είμαστε σημαδεμένοι. Και είναι και η υπερηφάνεια μας γιατί δεν έχουμε ξαναζήσει κάτι πιο σημαντικό. Έχει γίνει σύμβολο, είναι ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, αλλά είναι και ένας σταθμός ανεφοδιασμού για το μέλλον. Και γιατί αν δεν προλάβουμε το μέλλον, δεν θα το συναντήσουμε ποτέ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL