Πρόσφατα συνταραχτήκαμε όλοι από το αποχαιρετιστήριο μήνυμα-παρακαταθήκη του Αλέξανδρου Νικολαΐδη, που ανάμεσα στα άλλα σημαντικά ανέφερε: «Πως σε αυτή τη ζωή που είμαστε όλοι περαστικοί μεγαλύτερη σημασία έχει τι αποτύπωμα θα έχουμε αφήσει και όχι πώς ή πότε θα φύγουμε». Όταν το διάβασα με πήραν κυριολεκτικά τα κλάματα, γιατί η συλλογή διηγημάτων μου «Αποτυπώματα» ταυτίζεται απολύτως με αυτό.
Πάντα μου άρεσαν οι ανθρώπινες ιστορίες, γιατί είναι αληθινές, γιατί κουβαλούν χαρές και πόνους, ερχομούς και αποχωρισμούς, επιβεβαιώσεις και διαψεύσεις, νίκες και συντριβές, ταξίματα και ανυπακοές, μεγάλα ναι και μεγάλα όχι που καλούμαστε όλοι να πούμε κάποια φορά στη ζωή μας. Όμως υπάρχουν και αυτές οι μικρές στιγμές που φαινομενικά είναι αδιάφορες, κι όμως έχουν τόσο μεγάλη αξία, ίσως γιατί κουβαλούν το σπέρμα της ψυχής και της καρδιάς του ανθρώπου. Η ιστορία του καθενός μας συγκροτεί τη μικροϊστορία, τη δική μας ιστορία, ατομική και συλλογική, απέναντι στην άλλη ιστορία, τη δική τους, την επίσημη, που τη φτιάχνουν αυτοί που κάνουν κουμάντο πάνω στις ζωές μας και τα θέλω μας.
Στη συλλογή διηγημάτων μου ιχνηλατώ τις περπατησιές, θετικές κι αρνητικές απλών καθημερινών ανθρώπων. Όπως...
Ενός ηλικιωμένου νεφροπαθούς σε τελικό στάδιο που αποφασίζει μόνος του πότε θα περάσει «απέκει», αναζητώντας το δικό του Ναραγιάμα. Που αντιστέκεται στο τέλος που του επιφυλάσσει η αρρώστια του, περιγελώντας την τάξη αυτού του κόσμου.
Ενός Γερμανού αντιφασίστα που «ανατρέφει» και διαπαιδαγωγεί μια μικρή μετανάστρια. Που της μιλάει για την εσωτερική ελευθερία, για τη λυτρωτική και απελευθερωτική της δύναμη.
Ενός Ιρανού πρόσφυγα που λέει στην αγαπημένη του: «Εγώ θα επιμένω να ονειρεύομαι έναν κόσμο γεμάτο αγάπη και ελευθερία. Ακόμα και τώρα, που σου μιλώ σαν ηττημένος, σαν πρόσφυγας. Πάντα θα ονειρεύομαι έναν κόσμο ελεύθερο, έναν κόσμο χωρίς αφεντικά».
Ενός νέου που εγκαταλείπει την Ελλάδα εξαιτίας της κρίσης και μιας προσωπικής συντριβής και βρίσκεται στο Περού, όπου παλεύει ενάντια στη λεηλασία της φύσης.
Ενός ανθρώπου που μαζεύει από τα σκουπίδια τη φωτογραφία μιας γυναίκας, παρέχοντάς της «στέγη», γιατί είναι ιεροσυλία να πετάς στα σκουπίδια το παρελθόν σου.
Ενός ηλικιωμένου ωρολογοποιού που παύει να κυνηγάει τον λογικό χρόνο και ασχολείται με τον υπερβατικό, που αναθεωρεί τα πάντα στη ζωή του και ανοίγει το σπίτι του σε μια προσφύγισσα.
Μιλώ για την περπατησιά ενός λούμπεν, χουλιγκάνου, ρατσιστή και σεξιστή που δολοφονεί μια νέα γυναίκα γιατί είναι Αράβισσα.
Μιλώ για την κακοποίηση ενός δύσμορφου κοριτσιού από έναν δυνάστη πατέρα που λέει στη γυναίκα του: «Και που τα παίρνει (τα γράμματα) τι να το κάνω, που άνδρας στον κόσμο όλο δεν θα βρεθεί να την πάρει».
Για μια Παλαιστίνια που μας διηγείται τη ζωή της και τις απώλειές της μέσα από την ιστορία του οικογενειακού της ελαιώνα.
Για μια δασκάλα που ονειρεύεται ένα σχολείο διαφορετικό.
Αυτές είναι κάποιες από τις ιστορίες για τις οποίες μιλάω στο βιβλίο μου, το οποίο περιλαμβάνει δεκατρία μεγάλα σε έκταση διηγήματα και τέσσερα σύντομα που σεργιανούν στης μνήμης τις ανηφοριές, στης λήθης τα σοκάκια. Σύνολο δεκαεπτά διηγήματα, αποτυπώματα της ζωής και των ανθρώπων. Γιατί «Πολλά τα δεινά κουδὲν ανθρώπου δεινότερον πέλει»*.
* (Σοφοκλή, «Αντιγόνη»)
El Griego*
«Ο αγώνας σας θέλει υπομονή, φρονιμάδα και σεβασμό στους Τσιβαΐστας. Να θυμάστε τα κολιμπρί, αυτές τις μικροσκοπικές ψυχούλες που πετάνε από λουλούδι σε λουλούδι και μεταφέρουν τους χυμούς τους και τη γύρη τους για να ξαναγεννηθούν, να ξανανθίσουν. Οι ιδέες είναι σαν την Πούγια Κλάβα, που ανθίζει μια φορά στα πέντε χρόνια και ύστερα πεθαίνει, αλλά δεν χάνεται, γιατί έχει τα κολιμπρί της που τη γονιμοποιούν ξανά και ξανά εκεί στα αλπικά λιβάδια».
«Στην ενημέρωση», είπε στον Τσέκα, «πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, να σεβαστούμε τις παραδόσεις και το πνεύμα των κατοίκων. Να μην κάνουμε τους έξυπνους, να σεβαστούμε αυτούς που μας αγκάλιασαν σαν δικούς τους ανθρώπους και μας σεβάστηκαν».
Χαμογέλασε, τον χτύπησε στους ώμους: «Μην ανησυχείς, compañero. Όλα θα γίνουν όπως πρέπει. Las almas libres siempre hablan el mismo idioma» (οι ελεύθερες ψυχές μιλάνε πάντα την ίδια γλώσσα).
Πήγε στο παρατηρητήριο όπου δολοφονήθηκε ο φίλος του. Κοίταξε καλά το τοπίο, να το πάρει μαζί του, να μην το ξεχάσει. Κοίταξε τα βουνά, τα χάλκα με το απάτητο χιόνι λαμποκοπούσαν κάτω από το φως του ήλιου. Έσκυψε και πήρε μια χούφτα χώμα, το τύλιξε σε ένα μαντίλι, το έφερε στα χείλη του και το φίλησε. «Adiós, amigo, perdóname» (Αντίο, φίλε, συγχώρα με). «Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ». Δίπλα στο νοτισμένο από το αίμα του Χουάν χώμα, μια πανέμορφη κουινκίλια με άσπρα και μπλε πέταλα σάλευε ανεπαίσθητα από το αεράκι. Το αγαπημένο λουλούδι των κοριτσιών, το λουλούδι της αγάπης. Αχ, Χουάν, πόσα κοριτσίστικα δάκρυα χύθηκαν για τον χαμό σου! Μια τελευταία ματιά στο κενό, δυο κόνδορες σε χαμηλή πτήση. Ξαφνικά του φάνηκε σαν ν’ άκουσε ήχους φλογέρας νά ’ρχονται από μακριά, ίσως από τη γη των Απουριμάκ. Τέντωσε τ’ αυτιά του να βεβαιωθεί. Όχι, δεν είναι φλογέρα, ηπειρώτικο κλαρίνο βαράει...
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Αποτυπώματα», εκδόσεις Ταξιδευτής.
