Live τώρα    
18°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
18 °C
14.6°C20.2°C
1 BF 61%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
17 °C
14.1°C18.8°C
0 BF 55%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
17 °C
14.0°C20.7°C
1 BF 61%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
17 °C
15.8°C20.3°C
2 BF 67%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
12 °C
11.9°C11.9°C
0 BF 66%
Μανώλης Φάμελλος - Μαρία Κηλαηδόνη στην «Α» / Ο Λουκιανός μάς θυμίζει τα καλύτερα μας χρόνια
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μανώλης Φάμελλος - Μαρία Κηλαηδόνη στην «Α» / Ο Λουκιανός μάς θυμίζει τα καλύτερα μας χρόνια

ΦΑΜΕΛΛΟΣ

Στιγμιότυπα από το περίφημο πάρτι στη Βουλιαγμένη, το καλοκαίρι του 1982, αλλά και από την πρώτη του συναυλία στον Λυκαβηττό, ένα καλοκαίρι πριν, από τα «Μικροαστικά», έτσι όπως παρουσιάστηκαν την πρώτη χρονιά λειτουργίας του θεάτρου «Μεταξουργείο» το 1999, και πολλά ακόμα άγνωστα ώς τώρα, από το αρχείο του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ξεδιπλώνονται μαζί με τα τραγούδια του, «κάτι νύχτες με φεγγάρι» του φετινού καλοκαιριού.

Ένα οπτικό θέαμα με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Λουκιανό μέσα από μια σειρά προβολών αλλά και τα τραγούδια του, με μια νέα ματιά και καινούργιες ενορχηστρώσεις, που ερμηνεύουν η Μαρία Κηλαηδόνη, ο Μανώλης Φάμελλος και ο Χρήστος Παπαδόπουλος, συνθέτουν την παράσταση - αφιέρωμα «Τα καλύτερά μας χρόνια». Με αφορμή τα γενέθλια του Λουκιανού, στις 15 Ιουλίου, ετοιμάστηκε το αφιέρωμα και έρχεται να μας θυμίσει τον κορυφαίο δημιουργό που κατέγραψε μοναδικά την εποχή του και σημάδεψε μελωδικά τα καλύτερά μας χρόνια . Ταξιδεύοντας σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, η παράσταση παρουσιάζεται την Τρίτη στο θέατρο Κήπου στη Θεσσαλονίκη, και ακολούθως στην Ιθάκη (31.7), τη Λήμνο (21.8), τη Λάρισα (27.8), την Αριδαία (28.8) και το Βεάκειο (2.9).

Με αφορμή «Τα καλύτερά μας χρόνια», ο Μανώλης Φάμελλος και η Μαρία Κηλαηδόνη θυμούνται τον Λουκιανό, μιλούν για την παρουσία και το στίγμα του στην ελληνική μουσική, για την εποχή μας μέσα από τα τραγούδια του αλλά και για τα δικά τους καλύτερα χρόνια, ενώ δεν αποφεύγουν να μοιραστούν την αγωνία του καλλιτέχνη στα χρόνια της πανδημίας.

Ποια ανάγκη οδήγησε σ' αυτό το αφιέρωμα;

Μαρία Κηλαηδόνη: Είναι κάτι περίεργο αλλά και συγκινητικό αυτό που συμβαίνει με τον Λουκιανό. Ο κόσμος μάς ζητάει συνεχώς να κάνουμε πράγματα γι' αυτόν, να συνεχίσουμε να θυμίζουμε το έργο του. Το εντυπωσιακό είναι ότι πλέον τα τραγούδια του Λουκιανού τραγουδιούνται και από τα παιδιά μας, δηλαδή τρεις γενιές τον τραγουδάνε και τον αγαπάνε. Μέσα απ' αυτή την αγάπη του κόσμου γεννήθηκε η ανάγκη να κάνουμε αυτό το αφιέρωμα παρέα με τον Μανώλη, στο οποίο είναι παρών και ο ίδιος ο Λουκιανός μέσα από τις προβολές που πλαισιώνουν την παράσταση.

Μανώλης Φάμελλος: Τα υλικά του μίγματος παραμένουν τα ίδια όπως και τα ηχοχρώματα, αυτό που έχει αλλάξει όμως είναι ο συνδυασμός,η προσέγγιση μέσα από την προσωπική μάτια του καθενός. Έτσι κι αλλιώς δεν πιστεύω πως ποτέ μπορεί να αναπαραχθεί πιστά ένα υλικό. Κάθε νέα απόπειρα, φιλόδοξη ή συντηρητική, είναι μια νέα ματιά πάνω σε αυτό το υλικό.

Κάτι παραμένει ζωντανό στον βαθμό που το κάνουμε δικό μας, το οικειοποιούμαστε. Εγώ προσωπικά έπαιζα κάποια από τα τραγούδια αυτά ήδη στην αυλή του σχολείου μου, πριν ακόμα υπάρξουν δικά μου τραγούδια, είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου, μια εμπειρία που έχει κωδικοποιηθεί μέσα μου και ένα μέρος της μουσικής μου ταυτότητας. Τα λέω λοιπόν όπως τα καταλαβαίνω, κατά βάθος είναι και αυτά δικά μου στην ουσία τους. Χωρίς αυτά, θα ήμουνα σίγουρα κάποιος άλλος.

Με την ευκαιρία του αφιερώματος ανέτρεξα και σε αρκετές συνεντεύξεις του Λουκιανού. Διάβασα κάπου πως δεν του άρεσε ο τρόπος που εξελίχθηκε ο ήχος της ηλεκτρικής κιθάρας τις τελευταίες δεκαετίες... Αποφάσισα λοιπόν να μείνω και εγώ πιστός σε αυτό και έφτασα ηχητικά στην ηλεκτρική μέχρι το 1962 και μη παρέκει...

Τι σημαίνει ο Λουκιανός για το ελληνικό τραγούδι αλλά και για τον καθένα σας ξεχωριστά;

Μ.Κ.: Ο Λουκιανός έκανε κάτι πολύ πρωτοπόρο και φρέσκο για την εποχή του και επειδή ήταν τόσο σπουδαίο το έργο του, σαράντα χρόνια μετά εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο χωρίς να χάνει τη δυναμική και τη ζωντάνια του. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει επηρεάσει και εξακολουθεί να επηρεάζει ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων τραγουδοποιών. Αν μιλήσω τώρα πιο προσωπικά, ο Λουκιανός για μένα πάνω απ' όλα ήταν ένας εξαιρετικός πατέρας, τρυφερός και δοτικός, και επίσης μας έμαθε και σ' εμένα και στην αδελφή μου όλα τα πράγμα που αξίζει να αγαπάμε στη ζωή. Καλλιτεχνικά δεν θα μπορούσε να μην έχει επηρεάσει και τη δική μου οπτική.

Μ.Φ.: Νομίζω πως ήταν από τους πρώτους, εάν όχι ο πρώτος που έσπασε τα όρια του ρόλου που του επιφύλασσε η εποχή... Τον ρόλο του συνθέτη δηλαδή, που σε συνεργασία με κάποιον στιχουργό τροφοδοτεί έναν τραγουδιστή στην πρώτη γραμμή. Ανέλαβε τα ηνία αυτός, με τα δικά του εκφραστικά μέσα και τον δικό του λόγο, και διηγήθηκε τη δική του ιστορία. Και στην ιστορία γενικότερα βρίσκω πως αυτές είναι οι πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες. Οι άνθρωποι που περνούν τα σύνορα, οι άνθρωποι που χτίζουν το νέο μέσα στο πουθενά.

Τι καινούργιο έφερε ο Λουκιανός στην εποχή του;

Μ.Κ.: Μέσα από τη δική του ιδιαίτερη προσωπική ματιά τόλμησε πράγματα καινούργια, πρωτοφανή. Τον Λουκιανό δεν τον ενδιέφεραν οι μόδες και οι τάσεις της εποχής του, δημιουργούσε ο ίδιος μόδες. Το περίφημο πάρτι στη Βουλιαγμένη έβγαλε τις συναυλίες από τα τσιμεντένια γήπεδα και τις μετέφερε για πρώτη φορά σε έναν φυσικό χώρο. Η αγάπη του για τα αμερικάνικα '50s απενοχοποίησε μια ολόκληρη γενιά απέναντι στον αμερικάνικο ήχο, τα "Μικροαστικά" έβαλαν στο στόμα όλου του κόσμου, μέσα στη Χούντα, έναν βαθιά πολιτικό στοχασμό, που όμως δεν είχε καθόλου την ξύλινη γλώσσα του πολιτικού τραγουδιού. Γι' αυτά και για ακόμα περισσότερα, παραμένει ακόμα ζωντανός και φρέσκος σήμερα και εξακολουθεί να είναι τόσο αγαπητός και στον κόσμο και στους συναδέλφους του.

Μ.Φ.: Συμφωνώ με όσα λέει η Μαρία και επαυξάνω! Αλλά και η δική του στιχουργική ήταν εξαιρετικά άμεση και εύστοχη... Και παρά τις τόσες υπερατλαντικές αναφορές, το αποτέλεσμα ήταν καθαρά λαϊκό. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω και μια κάπως μελαγχολική διαπίστωση για εμάς τους, με έναν τρόπο, «φραγκολεβαντίνους» νεότερους που ακολουθήσαμε... Ίσως το δικό μας προσωπικό στίγμα να μην ήταν τόσο ισχυρό, ίσως η εποχή να μην βοήθησε... πάντως το καράβι κίνησε για αλλού. «Μασάω τσίχλα»... Μπορείτε να φανταστείτε άλλο τραγούδι που να περιγράφει τόσο εύστοχα το τέλος της Μεταπολίτευσης; 35 χρόνια πριν...

Ένα από τα εμβληματικά τραγούδια του Λουκιανού είναι η "Μαίρη Παναγιωταρά". Πώς ακούγεται σε σας αυτό το τραγούδι σήμερα, που μετράμε τη μια γυναικοκτονία μετά την άλλη, βλέπουμε την οικογενειακή, την κάθε μορφής βία αλλά και τη θεσμική βία σε έξαρση;

Μ.Κ.: Η έξαρση της βίας είναι σημάδι των δύσκολων καιρών που διανύουμε παγκοσμίως και αποτέλεσμα των μεγάλων πιέσεων που έχουμε υποστεί την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο οι ευθύνες είναι μεγάλες και δεν περιορίζονται μόνο στον ρόλο της οικογένειας. Η εκπαίδευση παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο, ωστόσο η Πολιτεία πλέον πρέπει να αναλάβει θεσμικές πρωτοβουλίες προκειμένου να εξαλειφθούν ή τουλάχιστον να μειωθούν αυτά τα φαινόμενα. Βέβαια, οι άντρες της δικής μου γενιάς ευτυχώς έχουν αλλάξει πολύ από αυτούς που αναφέρονται στο συγκεκριμένο τραγούδι κι αυτό είναι ελπιδοφόρο. Ωστόσο η γυναίκα εξακολουθεί να τρέχει πολλές φορές με τον τρόπο που περιέγραψε ο Λουκιανός πριν από 40 χρόνια.

Μ.Φ.: Θα συμφωνήσω με τη Μαρία και στα προηγούμενα, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του τραγουδιού είναι πως περιγράφει την αγωνία μιας γυναίκας που προσπαθεί να εξισορροπήσει ανάμεσα στους δύο ρόλους, τον παραδοσιακό και τον νεωτερικό, αλλά αδυνατεί να τους συνθέσει. Βλέπω όμως σήμερα τις γυναίκες παντού στον χώρο της τέχνης να ανακτούν τη θέση που τους αξίζει. Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στην Ιστορία, η ζωή και η κοινωνία θα ακολουθήσουν. Φυσικά και υπάρχει έξαρση της βίας αλλά σήμερα ως γεγονός εκτίθεται πολύ περισσότερο (για λόγους καταναλωτικούς, αλλά έστω και έτσι) και δεν νομιμοποιείται πια. Αυτό είναι ένα βήμα προς τα εμπρός.

Σ' αυτή την πολύ περίεργη συνθήκη που ζούμε τα τελευταία δύο χρόνια, ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία του καλλιτέχνη;

Μ.Κ.: Η πανδημία έφερε στην επιφάνεια τα μεγάλα προβλήματα των καλλιτεχνών, τα οποία για πολλά χρόνια κρύβονταν κάτω από το χαλί. Τα locdown ενέτειναν αυτά τα προβλήματα και έφεραν όλους τους καλλιτέχνες μπροστά στην αγωνία της ίδιας της επιβίωσης. Μας έφεραν μπροστά σε αδιέξοδα αλλά και στην ανάγκη να μπουν κάποιοι κανόνες, κυρίως στα εργασιακά μας. Έχει ανοίξει όλο το φάσμα των προβλημάτων τα οποία πλέον καλούμαστε να λύσουμε. Να αντιμετωπίσουμε τα εργασιακά μας ζητήματα, τα θέματα των πνευματικών μας δικαιωμάτων, ακόμα και το δικαίωμά μας να επικοινωνούμε ζωντανά με το κοινό μας. Με τον Μανώλη ξεκινάμε τώρα αυτή την περιοδεία, με την αγωνία πόσες και ποιες από τις προγραμματισμένες παραστάσεις θα δώσουμε.

Μ.Φ.: Ισχύει πως ο χώρος της μουσικής, όσον αφορά τα εργασιακά μας, παρέμενε αχαρτογράφητος για δεκαετίες. Είναι εντυπωσιακό πως το ίδιο το σύστημα και η άγνοια των ιθυνόντων ώθησε τους μουσικούς στην αδήλωτη εργασία. Έχουμε πλέον αποδεχτεί ως κανονικότητα το να είμαστε ανασφάλιστοι! Τα πράγματα δεν αλλάζουν όμως με σχόλια και ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πάντα πιστεύω στις δικές μας δυνάμεις, όμως χρειάζεται να συναντηθούμε στη δράση για να ξεδιπλωθούν. Ο χειμώνας στον πολιτισμό μπορεί να γίνει άνοιξη για τις συλλογικότητες. Και ειδικότερα για το ελληνικό τραγούδι, όπου οι παρέες έχουν γράψει ιστορία όχι μόνο καλλιτεχνικά αλλά και σε επίπεδο διεκδικήσεων και σε επίπεδο πρωτοβουλιών.

Η Πολιτεία δεν σας αντιμετώπισε με τον καλύτερο τρόπο. Τι πρέπει να γίνει που δεν έγινε;

Μ.Κ.: Οι καλλιτέχνες αντιμετωπίστηκαν, δυστυχώς, από την πολιτεία με έναν τρόπο απαξιωτικό. Πολλές φορές αισθάνθηκα αόρατη ή σαν ένα ζητιανάκι στην πλατεία. Αισθάνομαι ότι ως καλλιτέχνης κάνω κάτι που δεν είναι αρκετά σημαντικό, σύμφωνα με τα δεδομένα της κυβέρνησης. Η τέχνη εκλαμβάνεται ως πολυτέλεια. Όμως η τέχνη είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία για την υγεία μιας κοινωνίας. Μπορεί να φανταστεί κάποιος τη ζωή του χωρίς μουσική, ταινίες, βιβλία, ζωγραφική; Τη δική μου δεν μπορώ να τη φανταστώ, αντιθέτως θεωρώ πολύ επικίνδυνη αυτού του είδους την αντιμετώπιση της σημερινής κυβέρνησης απέναντι στον πολιτισμό.

Μ.Φ.: Πρέπει να γίνουν πολλά, οι οργανισμοί μας για τα πνευματικά δικαιώματα (ΟΣΔ) έχουν ένα φιλόδοξο σχέδιο διεκδικήσεων και πολλά ενεργά στελέχη που γνωρίζουν το αντικείμενο σε βάθος. Καθημερινά ασκούμε πίεση, είναι ένας αυτοματισμός αυτός, μια αέναη κίνηση. Καμιά Πολιτεία όμως ποτέ δε μας αντιμετώπισε ούτε πρόκειται να μας αντιμετωπίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, άλλωστε δεν υπάρχει ιδανική πολιτεία. Είναι φυσικό να έχουν τις δικές τους προτεραιότητες, που σπάνια συμπίπτουν με τις δικές μας. Είμαστε λίγοι και ανυπεράσπιστοι και την έννοια της συλλογικής ευθύνης την γνωρίζουμε από μακριά μόνο. Και, φυσικά, πρέπει να ξεπεράσουμε την εγγενή αδυναμία των καλλιτεχνών να υπάρξουν μέσα σε οργανωμένα σχήματα, να συνδικαλιστούν, να ακολουθήσουν ένα συλλογικό πλαίσιο... Κάπου το έλεγε και ο Λουκιανός αυτό! Το άκουγα και εγώ από μικρός. Πού πας, παιδί μου; Ο χώρος αυτός δεν συνδικαλίζεται.

Η Πολιτεία, φυσικά, φοβάται μόνο τον θόρυβο αλλά κι εμείς δεν θορυβούμε συχνά και ούτε τόσο εύστοχα... Ασχολούμαι με τα θεσμικά του επαγγέλματος αρκετά χρόνια μέσα στην κρίση και τώρα με την πανδημία και δεν έχω δει να αλλάζει κάτι δραματικά. Επειδή δεν μου αρέσει όμως να μεμψιμοιρώ, θα ήθελα να τονίσω το εξής: Πιστεύω πως αριστερή είναι η συζήτηση εκείνη που ψάχνει να βρει τι μπορούμε να κάνουμε εμείς για τους εαυτούς μας και όχι μόνο η Πολιτεία. Και τα σωματεία και οι συνεταιρισμοί μας μπορούν να δημιουργήσουν πρωτογενώς μέσα στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο. Οι πόροι μας είναι περιορισμένοι αλλά έχουμε αρκετά θεσμικά εργαλεία και δίκτυα αλληλοβοήθειας που μπορούν αναπτυχθούν πολύ περισσότερο. Όχι μονάχα σε επίπεδο «φιλανθρωπικό» αλλά καθαρά και σε επίπεδο παραγωγής και καλλιτεχνικής πρότασης.

Τελικά τα δικά σας καλύτερα χρόνια φεύγουν ή έρχονται;

Μ.Κ.: Νιώθω ότι τώρα περνάω μια πολύ ωραία περίοδο της ζωής μου, μεγαλώνοντας τα παιδιά μου και νιώθοντας ότι σιγά σιγά ωριμάζω καλλιτεχνικά. Το αν τελικά αυτά τα χρόνια θα είναι τα καλύτερα της ζωής μου, θα το δείξει η Ιστορία.

Μ.Φ.: Είναι ανθρώπινο και θεραπευτικό να εξιδανικεύουμε το παρελθόν... Στα χρόνια της νεότητάς μας προβάλλουμε τη δική μας λάμψη στα πράγματα και αυτά με τη σειρά τους την αντανακλούν μέσα μας. Η πρώτη φλόγα είναι όμως δική μας. Αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε ενεργό αυτό το κύκλωμα μεγαλώνοντας, να μην χάσουμε το ξάφνιασμα αυτό μέσα μας, το παρελθόν μας παραμένει ζωντανό και υγιής η σχέση μας μαζί του. Δεν γίνεται μύθος βαρύς και ασήκωτος που κάθε στιγμή απειλεί να πέσει και να μας πλακώσει.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL