Του Βασίλη Παπατσαρούχα*
Οι σταθμοί των τρένων πάντα μου έφερναν μια ευχάριστη διάθεση. Τα τρένα είναι σαν τα φρέσκα σεντόνια στο κρεβάτι. Τρυπώνεις μέσα σ’ αυτά και πηγαίνεις όπου θες. Περιμένοντας στην αποβάθρα, αποφάσισα να γράψω δυο σκέψεις στο ημερολόγιό μου. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που το έκανα, αλλά, και πάλι, πάει καιρός που έχω να νιώσω έτσι.
Τετάρτη. Στο λιμάνι. Απόγευμα
Προχθές, καθώς έκανα τον συνηθισμένο μου περίπατο, συνάντησα τον πιο παράξενο άνθρωπο που είχα δει ποτέ. Στην όψη δεν είχε κάτι ασυνήθιστο. Κάπως ηλικιωμένος μου φάνηκε από το σουλούπι, αλλά προπορευόταν με ρυθμό ζωηρό. Για ακούστε όμως αυτό. Καθώς μπροστά προχωρούσε, άξαφνα κοντοστάθηκε με σιγουριά.
Ευθυτενής, ακίνητος, έμεινε να κοιτά μπροστά μέχρι που γύρισε το κεφάλι πάνω από τον ώμο του προς τη μεριά μου και, φέρνοντας το καπέλο μπροστά στο πρόσωπο του, το έκρυψε εντελώς. Άρχισε να μου μιλά χωρίς να μπορώ να διακρίνω τι ήταν αυτά που έλεγε.
Ακολούθησαν γέλια δυνατά - πίσω από το καπέλο πάντα. Τα γέλια ησύχασαν και γύρισε μπροστά του. Φόρεσε το καπέλο και συνέχισε. Περπάτημα ταχύ, περπάτημα σχεδόν νεανικό. Ο γέρος, όπως θα τον αποκαλούσαν αυτές τι μέρες απαξιωτικά. Αυτός που φταίει. Που δεν καταλαβαίνει, που είναι βάρος.
Αυτός λοιπόν φεύγει μπροστά, κάνει ίσα με τριάντα βήματα και σταματά ξανά. Γυρνά προς τη μεριά μου μιλώντας για κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω. Ακολουθούν γέλια. Μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι. Τριάντα βήματα και στάση. Το συνεχίσαμε για αρκετή ώρα, μέχρι που έφτασε μπροστά σε ξύλινο παγκάκι. Έκατσε στα πλάγια με πλάτη προς τα μένα. Σταμάτησα σε απόσταση, κοντά στα τρία μέτρα μακριά. Άρχισε να βήχει και γύρισε προς τη μεριά μου. Φορούσε μαύρο μακρύ φίνο μάλλινο παλτό.
Τόσο φίνο, από αυτά που φοβάσαι να τα πλύνεις όταν έρθει η ώρα. Καλογυαλισμένα παπούτσια κάπως μυτερά, αλλά όχι και τόσο. Στο αριστερό χέρι κρατούσε ζευγάρι από δερμάτινα μαύρα γάντια και στο δεξί το ωραιότατο καπέλο.
Το είχε ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό του, να, έτσι, και μιλούσε πίσω απ’ αυτό. Χωρίς γέλια αυτή τη φορά. Πλησίασα λίγο πιο κοντά για να καταλάβω τι έλεγε. Το χέρι του όμορφο. Καλοσχηματισμένα δάχτυλα, στρογγυλά, πολύ κοντά κομμένα νύχια. Μια πεντάδα αριστούργημα.
Σειρά έπαιρναν οι κόμποι. Μικρές ζαρωμένες πηγούλες πάνω σε ροζ έρημο. Συνηθίζω να παρατηρώ πολύ τα χέρια των ανθρώπων. Πρωτοσυναντάς, ας πούμε, κάποιον και σου λέει το όνομά του. Χαίρω πολύ απαντάς και δίνεις χειραψία. Μπορεί το όνομα να μην το θυμάμαι, αλλά το χέρι σίγουρα. Από μια άποψη λοιπόν καθόλου δεν με ένοιαζε που δεν έβλεπα το πρόσωπό του. Με έτρωγε όμως να καταλάβω τι μου έλεγε. Μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Κοντοστάθηκα. Χτυπώντας μαλακά το ξύλο με τα δερμάτινά του γάντια, μου έδωσε να καταλάβω πως θέλει να κάτσω δίπλα του. Έκατσα. Αργά, αλλά σταθερά έγειρε προς το μέρος μου. Η μύτη μου σχεδόν ακουμπούσε στο καπέλο του.
Αυτή τη φορά πλησίασα εγώ ακόμη πιο κοντά. Τα χείλη μου ίσα που ακούμπησαν την απαλή μαύρη τσόχα. Τον άκουσα καθαρά να λέει: “Για τα πρόσωπα που άλλαξαν και έχασαν το περίγραμμά τους, τα παγωμένα κάρβουνα που αντάλλαξαν για βλέμμα, διαμάντια τάχα νομίζαν θα γίνουν”.
Κι έβαλε τα γέλια.
* Ο Βασίλης Παπατσαρούχας είναι ζωγράφος, εικονογράφος παιδικών βιβλίων
Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.