Το «Μπλουμ» είναι μία από τις πλέον βιωματικές, βαθιές, ουσιώδεις μα και όμορφες και υψηλής αισθητικής μουσικές καταθέσεις των τελευταίων χρόνων και πολύ καλή αφορμή για μια συζήτηση με μιαν από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές τραγουδοποιούς και ερμηνεύτριες της σημερινής ελληνικής -rock μα και συνολικά- μουσικής πραγματικότητας.
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
* Ο αγγλικός στίχος φαινόταν να μην είναι για εσένα απλώς μια επιλογή, αλλά και δομικό στοιχείο της συνολικής ατμόσφαιρας της μουσικής σου. Τι σε έκανε να τον εγκαταλείψεις για χάρη του ελληνικού, πέραν φυσικά του ότι είναι σίγουρα πιο εύκολο να εκφραστείς στη μητρική σου γλώσσα;
Ήταν πιο δύσκολο να εκφραστώ στα ελληνικά. Ένιωθα πολύ οικεία με τη χρήση της αγγλικής γλώσσας, ίσως λόγω ακουσμάτων, αλλά νομίζω κυρίως επειδή είναι η γλώσσα που ταιριάζει στο είδος της μουσικής που κάνω. Ο ήχος με τον οποίο ασχολούμαι είναι δυτικός, έχει δημιουργηθεί πάνω στην αγγλική γλώσσα και τα ελληνικά δεν ταιριάζουν εύκολα με αυτόν.
Είχα κάνει και στο παρελθόν απόπειρες να γράψω στα ελληνικά και δεν με είχαν ενθουσιάσει. Τώρα κάτι έχω βρει και μου αρέσουν τα ελληνικά τραγούδια που γράφω. Ο ελληνικός στίχος υπερτερεί στην ένταση και την αμεσότητά του. Είναι άλλος ο αντίκτυπος κάθε λέξης όταν αυτή είναι στη μητρική σου γλώσσα. Ξαφνικά πέφτουν όλες οι μάσκες και κυριαρχούν η ειλικρίνεια και η απενοχοποίηση.
* Τι σε έκανε μαζί με τη γλώσσα των στίχων να αλλάξεις και τον κυριότερο συνεργάτη, αν όχι συν-δημιουργό, των δύο πρώτων άλμπουμ σου; Τι βρήκες στη μουσική των No Clear Mind ή του Βασίλη Ντοκάκη και σε έκανε να του αναθέσεις την παραγωγή του δίσκου; Μήπως κάπου μέσα σε όλο αυτό υπάρχει το γνωστό σύνδρομο του «δύσκολου τρίτου άλμπουμ» που πολλοί και πολλές, ακόμα και συγκροτήματα, έχουν βιώσει;
Έχουν περάσει έξι χρόνια από την κυκλοφορία του προηγούμενου δίσκου μου και σε αυτό το διάστημα έχουν αλλάξει αρκετά οι αισθητικοί στόχοι μου. Τα τελευταία χρόνια εξερευνώ αρκετά έναν πιο ηλεκτρονικό ήχο βασισμένο σε synthesizers και drum machines. Ο καινούριος μου παραγωγός Βασίλης Ντοκάκης είναι φανταστικός στο να δουλεύει με τέτοιον ήχο. Γνώρισα τη δουλειά του όταν άκουσα το «Makena» της μπάντας του, των No Clear Mind, και κατάλαβα ότι θα μπορούσε να με βοηθήσει να βγάλω τον ήχο που ονειρεύομαι.
Δεν νομίζω ότι έχω νιώσει την περιβόητη δυσκολία του τρίτου άλμπουμ. Ήδη πριν με «επισκεφθούν» τα ελληνικά τραγούδια είχα συνθέσει έναν άλλον δίσκο με αγγλικά που οι συγκυρίες δεν του επέτρεψαν να υλοποιηθεί, δεν ήταν δηλαδή θέμα δημιουργικής δυστοκίας. Επίσης όσον αφορά το «Μπλουμ», καθώς είναι ο πρώτος δίσκος μου με ελληνικά τραγούδια, κάπως νιώθω λίγο σαν να είναι ο πρώτος που κυκλοφορώ!
* Σου έχει περάσει από το μυαλό ότι «Μπλουμ» θα μπορούσε να είναι και το μπλου (blue) με ένα επιπλέον γράμμα στο τέλος;
Ναι, το έχω σκεφτεί. Μου αρέσουν πολύ τα παιχνίδια με τις λέξεις. Το μπλε είναι το χρώμα της μελαγχολίας και νιώθω ότι ταιριάζει σε αυτόν τον δίσκο.
* Ζεις, εμπνέεσαι και εργάζεσαι στην Αθήνα και έχεις μάλιστα δηλώσει ότι την αγαπάς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τόπο. Γιατί λοιπόν αφού τα τραγούδια σου είναι κατά κανόνα βιωματικά, προέρχονται από εμπειρίες σου στην Αθήνα, ηχογράφησες και τους τρεις δίσκους σου εκτός αυτής, και μάλιστα σε αρκετά απομονωμένα σημεία της περιφέρειας;
Αγαπώ πολύ την Αθήνα, αλλά επίσης αγαπώ πολύ τη φύση. Πιστεύω πως, όταν βρισκόμαστε κοντά στη φύση, μπορούμε να καθαρίσουμε, να έρθουμε σε επαφή με ένα κέντρο του εαυτού μας πολύ αληθινό και εκεί μπορούμε να βρούμε πιο εύκολα γαλήνη. Ο προηγούμενος δίσκος μου, το «The Seed», είχε να κάνει αρκετά όλες με αυτές τις σκέψεις μου. Επειδή η διαδικασία της ηχογράφησης ενός δίσκου είναι για εμένα μια πολύ ευαίσθητη στιγμή, επιδιώκω να έχω τις ιδανικότερες συνθήκες, δηλαδή ησυχία, ομορφιά, αφοσίωση και ηρεμία. Όλα αυτά τα βρίσκεις πιο εύκολα στην εξοχή.
* Το κρεβάτι θα μπορούσε να είναι και ένας συμβολισμός για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας ή απλώς είναι ένα έπιπλο που έχει πολύ μεγάλη σημασία για εσένα;
Στο τραγούδι που έχει αυτόν τον τίτλο το κρεβάτι είναι ο συμβολισμός για τη συντροφικότητα. Το να μοιράζεσαι καθημερινά ένα κρεβάτι με κάποιον άλλον είναι κάτι πολύ δυνατό και σημαντικό. Στο τραγούδι, όταν το έπιπλο συνειδητοποιεί την έλλειψη του ενός από τους δύο, παίρνει ζωή και γίνεται ένας σκύλος που νιώθει παραμελημένος. Με αυτή τη μεταφορά θέλησα να εξηγήσω τα συναισθήματα της έλλειψης του συντρόφου.
* Κατοικείς στον Βοτανικό, μια περιοχή που βρίσκεται εντός του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας. Τι και γιατί λοιπόν σε συνδέει με μιαν αρκετά απομακρυσμένη από το κέντρο συνοικία όπως το Αιγάλεω και του αφιέρωσες ένα ολόκληρο τραγούδι;
Ζω πολύ λίγα χρόνια στον Βοτανικό, είμαι γέννημα - θρέμμα των δυτικών συνοικιών. Μεγάλωσα στη Νίκαια, στα σύνορα με το Αιγάλεω. Με γοητεύουν η απλότητα και η λαϊκότητα των γειτονιών πέρα από το ποτάμι.
* Διαμέσου της ενασχόλησής σου με τη θεατρική μουσική βρέθηκες τελικά να ανεβαίνεις στη σκηνή, και μάλιστα όχι μόνο ως μουσικός. Είχες επιθυμήσει ή ακόμα και σκεφτεί ποτέ να το κάνεις; Πόσο δύσκολο είναι να παίξεις σε μια παράσταση δίχως να έχεις ούτε τη στοιχειώδη υποκριτική παιδεία και πώς νιώθεις όταν είσαι στη σκηνή ηθοποιός;
Δεν είναι κάτι που είχα σκεφτεί ή επιδιώξει ποτέ, αν και ως μουσικός έχω έντονη σχέση με τη σκηνή. Τις συναυλίες τις σκέφτομαι ως ένα είδος περφόρμανς, οπότε δεν ήταν κάτι πολύ μακριά από εμένα. Επίσης η λειτουργία μου επί σκηνής στο «Άγγελος Εξολοθρευτής», στο οποίο είχα έναν ρόλο, ήταν αρκετά μουσική και λόγω αυτού και της καθοδήγησης της σκηνοθέτιδάς μου, της Άντζελας Μπρούσκου, δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Η εμπειρία μου στη σκηνή ως ηθοποιού ήταν απολαυστική. Δεν το περίμενα, αλλά μου άρεσε πολύ. Μπορεί να οφείλεται στη συγκεκριμένη συγκυρία καθώς και το έργο και ο θίασος νιώθω ότι μου έδωσαν πάρα πολλά.
* Μήπως τελικά μέσα από αυτή τη θεατρική εμπειρία σου ανακάλυψες ότι, χωρίς να το έχεις συνειδητοποιήσει μέχρι τότε, τα περισσότερα τραγούδια σου είναι πολύ σύντομα μονόπρακτα μετά μουσικής και εσύ υποδύεσαι έναν "ρόλο" -ίσως και περισσότερους- σε καθένα από αυτά;
Σίγουρα συμβαίνει αυτό σε ένα βαθμό. Έτσι και αλλιώς κάθε τραγούδι -όπως ακριβώς και ένα θεατρικό κείμενο- φιλοδοξεί να αφηγηθεί μια ιστορία.
* Πώς προέκυψε το πλέον απρόσμενο και εκτός της δικής σου διαδρομής πράγμα που έχεις κάνει μέχρι τώρα; Και εννοώ τη συμμετοχή σου στον περυσινό δίσκο του θαυμάσιου μεν συνθέτη Χρίστου Θεοδώρου, του οποίου όμως η μουσική δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη δική σου; Τι πιστεύεις ότι τον έκανε να σου το προτείνει και αντίστοιχα τι σε ώθησε να δεχτείς την πρότασή του; Οι εντυπώσεις σου από μια τέτοια συνεργασία ήταν τέτοιες ώστε να θέλεις να την επαναλάβεις με τον ίδιο ή άλλο δημιουργό;
Αν και δεν είναι στόχος μου η ερμηνεία τραγουδιών άλλων δημιουργών, καθώς γράφω η ίδια τα τραγούδια που ερμηνεύω, είμαι ανοιχτή σε προτάσεις. Αν κάτι με αφορά και νιώθω ότι μου ταιριάζει, το κάνω. Πιστεύω ότι ο Χρίστος μου πρότεινε να τραγουδήσω το «Κλείσε τα παράθυρα», τη μελοποίηση ενός υπέροχου ποιήματος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, γιατί, όταν έγραψε το τραγούδι, ένιωσε πως η φωνή μου θα του ταίριαζε και νομίζω ότι είχε απόλυτο δίκαιο. Τον ευχαριστώ πολύ που μου έδωσε αυτή την ευκαιρία, η συνεργασία μας ήταν άψογη. Όταν υπάρχουν τέτοιες συνθήκες, χαίρομαι πολύ να γνωρίζομαι και να συμπράττω με άλλους δημιουργούς.
* Η δεύτερη λέξη του ψευδωνύμου σου παραπέμπει στην οικολογία ή απλώς το πράσινο είναι το αγαπημένο σου χρώμα;
Το πράσινο είναι το αγαπημένο μου χρώμα, παλαιότερα ήταν και εμμονή μου. Απολαμβάνω να το βλέπω και να το σκέφτομαι. Μου αρέσει που έχει διάφορους έντονους συμβολισμούς, όπως η φύση, η ελπίδα, η αρρώστια, το φάλτσο, το χρήμα, το ΠΑΣΟΚ, μια γνωστή φίρμα μπίρας και άλλους! (γέλια)]
* Και ποια είναι τα προσεχή σχέδιά σου, όχι μόνο σχετικά με ζωντανές εμφανίσεις και συνεργασίες, αλλά και για τον επόμενο δίσκο, αν βέβαια υπάρχουν ήδη κάποιες ιδέες γι' αυτόν;
Στις 24 Νοεμβρίου μαζί με την μπάντα μου θα παρουσιάσουμε ζωντανά το «Μπλουμ» στο «Ρομάντσο» και περιμένω αυτή τη βραδιά εναγωνίως! Σίγουρα θα παίξουμε σε Πάτρα και Θεσσαλονίκη και μακάρι να καταφέρουμε να ταξιδέψουμε σε όλη την Ελλάδα, γιατί όχι και στο εξωτερικό. Θα επανέλθω στη σύνθεση θεατρικής μουσικής για δύο αξιόλογες παραγωγές που θα ανέβουν τον επόμενο χρόνο.
Παράλληλα αρχίζω να συγκεντρώνω ιδέες για τον επόμενο δίσκο, αλλά νομίζω ότι είναι ακόμα πολύ νωρίς για να συζητήσουμε γι' αυτόν. Η απήχηση πάντως του «Μπλουμ» με κάνει ανυπόμονη για το επόμενο δισκογραφικό βήμα. Ίσως να με προβληματίζει επίσης γιατί σκέφτομαι ότι απαιτείται να σταθώ τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο χωρίς να πέσω στην παγίδα της επανάληψης. Η δισκογραφία είναι μια όμορφη αν και επίπονη περιπέτεια και ανυπομονώ να δω πού θα με οδηγήσει.
Είναι ακριβώς η θεώρηση που ανανεώνει συνεχώς και διατηρεί ενδιαφέροντα/ουσα έναν/μία δημιουργό, οπότε η Nalyssa Green σίγουρα βαδίζει στον πιο σωστό και ασφαλή δρόμο...