Της Πόλυς Χατζημανωλάκη
Το 1934, προβλέποντας το Άνσλους, την προσάρτηση της χώρας του στη ναζιστική Γερμανία, ο Αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ αρχίζει να γράφει τις «αναμνήσεις του» ως Ευρωπαίου. Η προσωπική ιστορία την εποχή της αυτοκρατορίας των Αψβούργων γίνεται ιστορία μιας εποχής. Εποχή ονειρική μιας Ευρώπης που ήταν υπερεθνική στις εκδηλώσεις της και συνοδευόταν από την άνθηση των τεχνών και του Πολιτισμού. Η μυθιστορηματική της εκδοχή απαντάται στο "Εμβατήριο Ραντέσκυ" του συμπατριώτη του Γιόζεφ Ροτ. Η «υπερεθνική» Ευρώπη, όπου συνυπήρχαν λαοί και εθνότητες στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορίας, τόσο ασταθής στις φυγόκεντρες δυνάμεις των εθνικισμών, κατέρρευσε με εκείνη τη σφαίρα στο Σεράγεβο και μετετράπη μετά δύο πολέμους σε μια Ευρώπη στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ο Τσβάιχ ολοκληρώνει το έργο του και μετά τη φυγή του από την Αυστρία το 1940, όταν καταλήγει, έπειτα από μια σύντομη περιπλάνηση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, στην Βραζιλία. Παραδίδει το χειρόγραφο στον εκδότη του, μια συμβολική χειρονομία διάσωσης, νομίζω μια μέρα πριν αυτοκτονήσει με τη σύζυγό του. Χειρόγραφο κιβωτός, αφήγηση για ένα κόσμο που πια δεν θα υπήρχε. Νίκη επί του θανάτου, με τον τρόπο που ο Ιταλός συγγραφέας Πρίμο Λέβι από το Άουσβιτς επέμενε να επιζήσει και να αφηγηθεί. Διορία με τον τρόπο της Σεχραζάτ που τα παραμύθια της νικούν τον θάνατο.
Σε μια Ευρώπη στρατοπέδων -τι παράξενη συγκυρία- εκδίδεται στα ελληνικά το βιβλίο της Μαργκαρέτε Μπούμπερ - Νόυμαν «Μίλενα από την Πράγα». Ένας «κόσμος του χθες», εξίσου συναρπαστικός με αυτόν του Στέφαν Τσβάιχ, γράφει ο Τσβετάν Τοντόροφ στο βιβλίο του "Μνήμη του κακού, πειρασμός του καλού, στοχασμοί για τον αιώνα που έφυγε". Με την ελαφρότητα της μνήμης του μητρικού φιλιού στην κορυφή του κοριτσίστικου κεφαλιού -στον αντίποδα του «άπιαστου φιλιού» στα χείλη της μητέρας της Γουέντυ, της μυθιστορηματικής συντρόφου του Πήτερ Παν-, τις αναμνήσεις των πολύχρωμων γυάλινων βόλων της παιδικής ηλικίας, ονειροπολήσεων για υπέροχα δώρα από τα καταστήματα της Πράγας, μέχρι τα σπαρακτικά τραγούδια των τσιγγάνων κρατουμένων στις τουαλέτες του ναζιστικού στρατοπέδου του Ράβενσμπρουκ του εγκλεισμού τους, η Μπούμπερ συνθέτει τις αναμνήσεις μιας Ευρωπαίας: στρατοπεδική μαρτυρία και βιογραφία. Τηρεί την υπόσχεση συγγραφής ενός βιβλίου που επρόκειτο να γράψουν μαζί με τη Μίλενα όταν θα τέλειωνε ο πόλεμος. Η εξιστόρηση της φιλίας της Γερμανίδας αντιφασίστριας και της Τσέχας δημοσιογράφου, μεταφράστριας και αγαπημένης του Κάφκα που βοηθούσε τους Εβραίους, που ήταν έγκλειστες σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Η επιμελήτρια, η Αδριανή Δημακοπούλου, παραδίδει ως επίμετρο ένα δοκίμιο με τον ακριβή ορισμό του όρου, εκεί δηλαδή που συναντώνται αμιλλώμενες η έρευνα με την τέχνη της γραφής και μιλά για το «μέγα έργο» της Μαργκαρέτε Μπούμπερ - Νόυμαν. Τούτο για να εξάρει την τρομερή αποστολή της, όπως εξαίρεται στην "Οδύσσεια" η αποστολή του Οδυσσέα που μόνος αναλαμβάνει τη μνηστηροκτονία.
Η Μπούμπερ, καταγάγει μόνη τη νίκη επί του θανάτου: αφηγείται τη μαρτυρία του στρατοπέδου. Επιβεβαιώνει τη φρίκη του εγκλεισμού, την απανθρωποποίηση, τους συμβιβασμούς, τη σκλήρυνση των ανθρώπων, αλλά και τις χαραμάδες, την ανθρωπιά, την παρηγοριά της φιλίας, τη δύναμη της αισιοδοξίας, του ανυπότακτου πνεύματος, της τέχνης, της μουσικής. Αυτό πέφτει στους ώμους της μετά τον θάνατο της Μίλενα. Μαζί με το «μέγα έργο» του χρονικού της φιλίας τους - μια βαθιά αποκλειστική και έντονη φιλία που εύστοχα χαρακτηρίζεται «έρως φιλότητος» κατά τον Αρχίλοχο στο επίμετρο. Η ύφανση του ενδιαφέροντος για τον Άλλο φτάνει στον εγκιβωτισμό μιας βιογραφίας, μιας ανθολόγησης κειμένων - μια κιβωτός μέσα στην κιβωτό με πολύτιμες μαρτυρίες και κείμενα της Μίλενα, την τρικυμιώδη σχέση της με τον πατέρα, τη μυθική και ανεκπλήρωτη αγάπη με τον Κάφκα -αυτή την έκανε διάσημη στην ιστορία- και όχι τα δικά της κείμενα: χιλιάδες σελίδων σε περιοδικά και εφημερίδες με μια αλαφράδα και μια πρωτότυπη κριτική ματιά. Θυμίζουν το πνεύμα του Βάλτερ Μπένγιαμιν όταν διαπερνά τις βιτρίνες των καταστημάτων - έτσι κοιτά τα παράθυρα με τον δικό της διεισδυτικό τρόπο η Μίλενα, παράθυρα σπιτιών, καταστημάτων, τρένων. Έτσι γνέφει από ένα παράθυρο αψηφώντας τις απαγορεύσεις.
Θαύματα συμβαίνουν και στη λογοτεχνία, και στην πραγματική ζωή. Θαύμα λοιπόν θεωρώ την ανεύρεση του χειρόγραφου από το παραμύθι της «Η βασιλοπούλα και η μουντζούρα» αφιερωμένο στην κόρη της. Η βασιλοπούλα που έγραφε, έγραφε και γι' αυτό μεγάλωνε η μύτη της και δεν μπορούσε να παντρευτεί. Η μοίρα των γυναικών που δημιουργούν, που θεωρούνται ακατάλληλες -εκτός από τη γέννα- να παράγουν κείμενα και αντικείμενα σύμφωνα με το επίμετρο. Ο επίδοξος μνηστήρας τής αποσπά την προσοχή, της πέφτει η πέννα, μουντζουρώνεται το γραπτό, θα γίνει πάλι όμορφη... Η Μίλενα έγραφε γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και εξόρκιζε τη φίλη της να καταστρέφει και να μην κρατά τα γραπτά της. Η Μπούμπερ το έκανε για να την προστατέψει, κινδύνευε η ζωή της, το γράψιμο απαγορεύονταν. Αν δεν είχε υπακούσει -όπως ο Μαξ Μπροντ, που δεν σεβάστηκε την επιθυμία του Κάφκα να καταστρέψει τα χειρόγραφά του- δεν ξέρουμε τι θα είχε επιζήσει εκτός από θαύμα της μιας σελίδας χειρόγραφου που βρέθηκε από μια φίλη στο αναρρωτήριο.
Η Σεχραζάτ των παραμυθιών γνέφει πάλι πίσω από το παράθυρο... Μια άλλη αθανασία.
Info
Μαργκαρέτε Μπούμπερ - Νόυμαν "Μίλενα από την Πράγα"
Μετάφραση: Τούλα Σιετή
Επιμέλεια - επίμετρο: Αδριανή Δημακοπούλου
Εκδόσεις: Κίχλη και Τα Πράγματα 2015
Σελ. 516
Τιμή: 20 ευρώ