Όταν πριν από πέντε χρόνια ξεκινούσε να γράφει το καινούργιο του βιβλίο "Το χαμένο Νόμπελ" (εκδ. Καστανιώτη), δεν μπορούσε να φανταστεί την απήχηση που θα είχε σήμερα, κυρίως σε νεαρούς αναγνώστες. "Τα νέα παιδιά αγαπούν τον Καζαντζάκη επειδή στο πρόσωπό του βλέπουν έναν αμφισβητία, κάποιον που δεν βολεύεται εύκολα, που δεν διστάζει να τα βάλει με το κατεστημένο" λέει ο Κώστας Αρκουδέας, που από την πλευρά του βλέπει το βιβλίο του να γίνεται ανάρπαστο, μετρώντας από τον Δεκέμβριο μέχρι σήμερα τρεις εκδόσεις και αναγνώστες απ' όλη την Ελλάδα να επιδιώκουν να μάθουν τα καθέκαστα για το πιο εμβληματικό λογοτεχνικό σκάνδαλο του 20ού αιώνα.
Οι οργανωμένες προσπάθειες του ελληνικού κράτους προκειμένου να μη βραβευτεί ο Καζαντζάκης με Νόμπελ Λογοτεχνίας μπορεί να αποτελούν τον βασικό καμβά του βιβλίου. Ωστόσο, από τις σελίδες του περνά ολόκληρη η εποχή και τα ιστορικοκοινωνικά συμφραζόμενά της. Περνούν σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι λογοτέχνες, κυρίως όμως το άρωμα της γραφής του Κρητικού συγγραφέα που εξακολουθεί να γοητεύει αναγνώστες απ' όλο τον πλανήτη.
"Οφείλουμε μια συγγνώμη στον Καζαντάκη. Οποιαδήποτε άλλη χώρα θα είχε έναν τέτοιο συγγραφέα σημαία της, αλλά εμείς του έχουμε γυρίσει την πλάτη" επισημαίνει ο Κώστας Αρκουδέας, ενημερώνοντάς μας ταυτόχρονα για το αίτημα που έχουν υποβάλει οι εκδόσεις Καζαντζάκη, η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Ν.Κ. και το Μουσείο Καζαντζάκη, προκειμένου να ανακηρυχθεί το 2017 Έτος Καζαντζάκη, με αφορμή τα 60 χρόνια από τον θάνατό του. "Ίσως είναι ευκαιρία το υπουργείο Πολιτισμού να αποκαταστήσει αυτή την αδικία στον Κρητικό συγγραφέα" λέει.
Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη
* Σε μια εποχή που ο Καζαντζάκης έμοιαζε να έχει παραμεληθεί ή και ξεπεραστεί, παρ' ότι εξακολουθούσε να πουλάει παγκοσμίως, τον επαναφέρατε στο προσκήνιο. Γιατί τον επιλέξατε;
Γιατί ένιωθα ότι υπήρξαμε άδικοι μαζί του. Ότι του χρωστούσαμε. Και του χρωστάμε, αν μη τι άλλο, μια συγγνώμη. Και επειδή αυτή η συγγνώμη δεν πρόκειται να έρθει από τα δημόσια πρόσωπα: πολιτικούς, λογοτέχνες, ακαδημαϊκούς, αυτή τη στιγμή έρχεται από τους απλούς αναγνώστες. Κάθε φορά με εκπλήσσει ότι αφενός ότι μου ζητάνε από όλη την Ελλάδα να παρουσιάσω το βιβλίο, πράγμα που ούτε μπορούσα να διανοηθώ όταν το έγραφα, και αφετέρου ότι στις παρουσιάσεις όλοι έχουν να πουν μια προσωπική ιστορία σχετικά με τον Καζαντζάκη. Θυμάμαι έναν καθηγητή μέσης εκπαίδευσης στη Λάρισα, ο οποίος κινδύνευσε να χάσει τη δουλειά του, επί χούντας, επειδή χρησιμοποίησε τη μετάφραση των Καζαντζάκη - Κακριδή της "Ιλιάδας". Ένα νέο παιδί μου διηγήθηκε πώς ο Καζαντζάκης έγινε αιτία να μετατρέψει ένα αρχικά εχθρικό περιβάλλον σε φιλικό και να ανακαλύψει τον έρωτα στο πρόσωπο του κοριτσιού με το οποίο σκοπεύει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ τη διάδραση που έχει σήμερα ο Κρητικός συγγραφέας στα νέα παιδιά.
* Τι θεωρείτε ότι συγκινεί σήμερα τα νέα παιδιά από τον Καζαντζάκη;
Τα νέα παιδιά τον αγαπούν επειδή στο πρόσωπό του βλέπουν έναν αμφισβητία, κάποιον που δεν βολεύεται εύκολα. Κάποιον που δεν διστάζει να τα βάλει με το κατεστημένο. Μου λένε ότι, διαβάζοντάς τον, γνωρίζουν έναν άλλο τρόπο ζωής, πιο λιτό, πιο απλό, μακριά από τα ακριβά καταναλωτικά γούστα και πιο κοντά στην αναζήτηση του βαθύτερου εαυτού.
* Γιατί οφείλουμε μια συγγνώμη στον Καζαντζάκη; Για το σκάνδαλο με το Νόμπελ που τον εμπόδισε η Ελλάδα να κατακτήσει;
Η συγγνώμη αυτή δεν έχει να κάνει μόνο με το Νόμπελ, δεν έχει να κάνει ούτε και με το γεγονός ότι η Ελλάδα τον εξανάγκασε να ζήσει τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του μακριά από αυτήν, στερώντας του τη βίζα, ούτε καν για την κατάρα η οποία υφίσταται ακόμα από την επίσημη Εκκλησία. Τη συγγνώμη τού την οφείλουμε για την πίκρα που απλόχερα του προσφέραμε. Γιατί, μέσω αυτής της φοβερής καταδίωξης που του επιφύλαξε το επίσημο ελληνικό κράτος, ουσιαστικά αρνηθήκαμε και εξακολουθούμε να αρνούμαστε το μέγεθος του έργου του. Είναι τρελό αυτό που κάνουμε! Είναι ένα έργο που αναγνωρίζεται παγκοσμίως. Τα βιβλία του ανατυπώνονται διαρκώς στο εξωτερικό, όπου κυκλοφορούν περισσότερες από 1.000 εκδόσεις των έργων του. Οποιαδήποτε άλλη χώρα θα είχε έναν τέτοιο συγγραφέα σημαία της, αλλά εμείς του έχουμε γυρίσει την πλάτη.
* Γιατί επικεντρωθήκατε στο σκάνδαλο του Νόμπελ, που είναι λίγο ώς πολύ γνωστή ιστορία;
Ο Άλφρεντ Νόμπελ, όταν θέσπισε το βραβείο, είχε κατά νου λογοτέχνες σαν τον Καζαντζάκη, το έργο των οποίων βοηθά τον άνθρωπο να εξελιχθεί, να γίνει λίγο καλύτερος. Από την άλλη, ο ίδιος ο Καζαντζάκης έθεσε υψηλό στόχο την κατάκτηση του Νόμπελ επειδή ήθελε να δώσει μεγάλη χαρά στην Ελλάδα και ειδικά στην Κρήτη. Ήθελε επίσης να αποκαταστήσει τη σύντροφό του Ελένη, που είχε δεινοπαθήσει πλάι του τόσα χρόνια από τις στερήσεις, αλλά το έκανε και για τον εαυτό του, επειδή ήθελε να ταξιδέψει. Τα ταξίδια αποτελούσαν για εκείνον πηγή έμπνευσης. Με τα χρήματα του Νόμπελ ονειρευόταν να πάει στη Λατινική Αμερική, ιδίως στο Μεξικό και στην Ινδία.
* Να θυμίσουμε λίγο το σκάνδαλο;
Όταν το 1946 οι Καζαντζάκης και Σικελιανός υπέβαλαν αίτημα υποψηφιότητας για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, όλα τα ακροδεξιά στοιχεία της Ελλάδας συσπειρώθηκαν εναντίον τους και πρόβαλαν ως αντίπαλο δέος τον Γεώργιο Βουγιουκλάκη, που το μοναδικό του προσόν ήταν ότι "εμφορείτο από εθνικάς αντιλήψεις". Μετά τον θάνατο του Σικελιανού το 1951, ο Καζαντζάκης απέμεινε ο μοναδικός υποψήφιος, συγκεντρώνοντας πάνω του όλα τα πυρά. Το χειμώνα του '51 ο Σπύρος Μελάς πήγε στη Στοκχόλμη με σκοπό να επηρεάσει τα μέλη της σουηδικής Ακαδημίας και να αποτρέψει τη βράβευση Καζαντζάκη. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε τον Έλληνα πρέσβη, τον Πίνδαρο Ανδρουλή. Δηλαδή, πήγε με τις "πλάτες" του επίσημου ελληνικού κράτους.
* Έχουμε ένα σκληρό μετεμφυλιακό κράτος, που αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Νίκου Καζαντζάκη τον μεγάλο εχθρό. Δηλωμένος κομμουνιστής δεν ήταν, ούτε δηλωμένα άθεος. Είχε μάλιστα υποστεί κριτική και από την επίσημη Αριστερά. Τι τους φόβιζε;
Δεν ήταν άθεος, αλλά έβαλε ανοιχτά κατά του κλήρου. Από την άλλη, αγωνιζόταν να ενώσει τα αντίθετα ρεύματα της κοινωνίας. Ήταν ένας άνθρωπος πολύχρωμος σε μια ασπρόμαυρη εποχή. Έψαχνε να βρει τη μέση οδό, εκείνη που θα μπορούσε, όπως ο ίδιος πίστευε, να αποτρέψει τον εμφύλιο σπαραγμό, τον βαθύ κοινωνικό διχασμό. Βεβαίως, δεν απουσίαζε η έντονη κριτική από την Αριστερά, ιδίως μέσω του Μάρκου Αυγέρη, συζύγου της Γαλάτειας, και του Κώστα Βάρναλη, οι οποίοι εστίασαν τις ενστάσεις τους στο έργο του αποκαλώντας τον «μυστικιστή» και «κάλπη». Όμως η Ακροδεξιά τον κυνήγησε, επιδίωξε και τελικά πέτυχε την περιθωριοποίηση και την εξορία του.
* Ήταν ακροδεξιός ο Μελάς; Στο βιβλίο σας δεν παίρνετε θέση.
Ο Μελάς ήταν οπορτουνιστής. Είχε ξεκινήσει ως σοσιαλιστής, κατέληξε όμως να εξυπηρετεί τα πιο σκοτεινά και οπισθοδρομικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας. Έγινε το εργαλείο της Ακροδεξιάς σε αυτή τη ζοφερή υπόθεση. Είχε υπερασπιστεί ξεκάθαρα τον Τσολάκογλου με άρθρο του στην "Καθημερινή" στις 30 Απριλίου του '41, προτρέποντας τον ελληνικό λαό να συνεργαστεί μαζί του. Εκτός από τον Καζαντζάκη, εμπόδισε επίσης την εκλογή του Σεφέρη στην Ακαδημία Αθηνών.
* Την ίδια ώρα, η νορβηγική κυβέρνηση του πρόσφερε υπηκοότητα και διαβατήριο για να κινείται ελεύθερα, ενώ η νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών τον πρότεινε ομόφωνα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Έκαναν, δηλαδή, αυτό που δεν έκαναν οι δικοί μας κυβερνήτες και λογοτέχνες. Ο ίδιος αρνήθηκε ευγενικά, λέγοντας ότι ακόμη και στην ξενιτιά η καρδιά του βρισκόταν στην Ελλάδα. "Όπου πάω την κρατώ ανάμεσα στα δόντια μου και τη μασάω σαν φύλλο δάφνης" έλεγε.
* "Το χαμένο Νόμπελ" δεν μιλάει μόνο για τον Καζαντζάκη και το πώς έχασε το βραβείο, αλλά δίνει και το γενικότερο κλίμα της εποχής. Ωστόσο, τονίζεται περισσότερο το πνευματικό πλαίσιο και όχι το ιστορικοπολιτικό, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο. Γιατί δεν τολμήσατε;
Το πλαίσιο που αναφέρατε τίθεται, αλλά όχι μετ' επιτάσεως, καθώς το κεντρικό όχημα είναι η λογοτεχνία. Τα ηνία της αφήγησης αναλαμβάνουν λογοτέχνες όπως ο Χέρμαν Έσσε, ο Αντρέ Ζιντ, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ και, κυρίως, ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος πίστευε ότι ο Καζαντζάκης άξιζε 100 φορές περισσότερο από τον ίδιο να κατακτήσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Και αυτό είναι το ίδιον των μεγάλων λογοτεχνών: να αναγνωρίζονται. Από ελληνικής πλευράς, "παρεμβάλλονται" οι Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Βρεττάκος, Καββαδίας και Αναγνωστάκης, δηλαδή οι άλλες φωνές της Ελλάδας και ανάμεσα σε αυτές και της Αριστεράς.
* Γιατί ακόμα και σήμερα η ακαδημαϊκή κοινότητα, οι λογοτέχνες, ο Τύπος, η Ακαδημία, το πανεπιστήμιο, η εκπαιδευτική διαδικασία εξακολουθούν να τον αγνοούν, να του αρνούνται τη θέση που του αναλογεί ως του πλέον πολυμεταφρασμένου Έλληνα πεζογράφου;
Γιατί δεν έχουν, νομίζω, κατανοήσει το μέγεθος του έργου του, το οποίο είναι βαθιά ουμανιστικό και υπερτοπικό. Ο Καζαντζάκης δεν μιλούσε για τον Έλληνα, μιλούσε για τον άνθρωπο και αυτό ήταν κάτι που άργησαν να αντιληφθούν. Από την άλλη, η λεξιθηρία και ο μισογυνισμός του τον έκαναν συχνά απωθητικό στους Έλληνες. Η απλοϊκή μεταφορά των έργων του στην οθόνη, μικρή και μεγάλη, βοήθησε το ευρύ κοινό να κατανοήσει ένα μέρος του, αλλά επ' ουδενί το πραγματικό βάθος αυτού του έργου. Ίσως είναι ευκαιρία το υπουργείο Πολιτισμού να αποκαταστήσει αυτή την αδικία κάνοντας δεκτό το αίτημα που έχουν καταθέσει από κοινού, ξεπερνώντας τις μεταξύ τους διαμάχες του παρελθόντος, οι εκδόσεις Καζαντζάκη, η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη και το Μουσείο Καζαντζάκη στη γενέτειρά του να κηρυχθεί το 2017 Έτος Καζαντζάκη, με αφορμή τα 60 χρόνια από τον θάνατό του. Οι Έλληνες σταύρωσαν τον Καζαντζάκη και οι Έλληνες τον ανασταίνουν μέσα από την αγάπη που του δείχνουν στις μέρες μας.