«...Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία·
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι...»
Οι βιβλιοθήκες είναι οι άνθρωποι και τα βιβλία. Οι άνθρωποι που διαβάζουν τα βιβλία. Βιβλιοθήκες είναι οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Βιβλιοθήκες είναι εκεί που ο κουρασμένος οδοιπόρος θα βρει τροφή για το μυαλό του και την ψυχή του, εκεί που θα βρει τόπο ξεκούρασης, αναψυχής και χαλαρότητας. Βιβλιοθήκες είναι εκεί που η γνώση του ανθρώπου ρέει αστείρευτη προς τις καρδιές άλλων ανθρώπων. Οδοιπόροι της καθημερινότητας-, άνθρωποι που δεν προλαβαίνουν να ξαποστάσουν αλλού, παρά μόνο στα βιβλία. Σε χώρους φωτεινούς και φιλόξενους. Κι άλλοι οδοιπόροι όμως. Αυτοί που παίρνουν τους δρόμους της προσφυγιάς. Έχουν ανάγκες, πολλές. Ρουχισμό, τρόφιμα, φάρμακα, περίθαλψη. Έχουν κι άλλες ανάγκες όμως. Να ξεκουράσουν το μυαλό τους από τους δρόμους που καίνε. Να σταθούν σε μια δροσερή αναζωογονητική γωνιά. Να σκεφτούν, να ονειρευτούν, να ταξιδέψουν με το μυαλό πιο όμορφους δρόμους, πιο φωτεινούς, πιο χαρούμενους.
«...Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς...»
Οι βιβλιοθήκες που θα πρέπει να βρίσκονται στη καρδιά της κοινωνίας. Αυτές οι βιβλιοθήκες που θα προσπαθήσουν να την αλλάξουν τη σκέψη του πρόσφυγα. Να του εξηγήσουν τις γνώσεις της καινούργιας χώρας, τη γλώσσα, τις συνήθειες. Σχεδιάζεται αυτές τις μέρες από την Εθνική Βιβλιοθήκη η καλοκαιρινή εκστρατεία για το 2016, η οποία θα τρέξει στις ελληνικές λαϊκές βιβλιοθήκες. Εκστρατεία που αφορά τα παιδιά όλων των ηλικιών και επαναλαμβάνεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια με δράσεις σε όλη τη χώρα. Πόσες και ποιες δράσεις ετοιμάζονται άραγε για τα παιδιά της προσφυγιάς; Για τα ασυνόδευτα παιδιά, που χαμένα, χωρίς γονείς, προσπαθούν να επιβιώσουν; Για τα παιδιά που είναι με τις οικογένειές τους και περπατούν στους δρόμους της χώρας μας, για να φτάσουν πού; Ο σχεδιασμός των βιβλιοθηκών μας, μακροπρόθεσμος ή βραχυπρόθεσμος, θα έπρεπε να περιλαμβάνει τους πάντες. Και ειδικά σε εποχές δύσκολες, να ανακουφίζει τον πόνο των ανθρώπων. Και μπορεί οι πρόσφυγες να μην είναι δημότες, να μην ψηφίζουν, αλλά είναι άνθρωποι, είμαστε εμείς.
«...Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος...»
* Τα αποσπάσματα είναι από το ποίημα «Τελευταίος Σταθμός» του Γιώργου Σεφέρη.
Καλλίμαχος