Ένα σπουδαίο αφιέρωμα στον -ουσιαστικά άγνωστο στην Ελλάδα- ουγγρικό κινηματογράφο φιλοξενεί από αύριο Πέμπτη η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, σε συνεργασία με την Carousel Films και με την υποστήριξη της ουγγρικής πρεσβείας. Η σκηνοθέτις Ίλντικο Ένιεντι (που συμμετέχει στο αφιέρωμα με την ταινία της «Ο 20ός μου αιώνας», του 1989) θα εκπροσωπήσει το ουγγρικό σινεμά. Θα είναι παρούσα στην πρεμιέρα του αφιερώματος την Πέμπτη (με προβολή της ταινίας της) αλλά και την Παρασκευή και το Σάββατο, για να μιλήσει για τις ταινίες που θα προβληθούν και να συζητήσει με το κοινό. Το νεότερο ουγγρικό σινεμά, με τα άγνωστα «διαμάντια» του, παρουσιάζεται σε ένα ολοκληρωμένο αφιέρωμα, μέσα από τα έργα 14 Μαγυάρων δημιουργών, με επτά ταινίες σε πανελλήνια πρεμιέρα και μία σε παγκόσμια πρεμιέρα (πρόκειται για την αποκατεστημένη κόπια του «Σίνμπαντ»).
Το ουγγρικό σινεμά γνώρισε τη δική του δημιουργική έκρηξη, κυρίως τη δεκαετία του '60, επηρεασμένο όπως και άλλες εθνικές κινηματογραφίες από τη νουβέλ βαγκ και το φρι σίνεμα, αλλά και από τα πολιτικά - κοινωνικά αιτήματα της εποχής. Από τη γενιά της δεκαετίας του '50 (Γιάντσο, Φάμπρι, Μακ, Μέσαρος) μέχρι τους νεότερους απόφοιτους της Σχολής της Βουδαπέστης (Γκάαλ, Σάμπο, Κόσα, Χούσαρικ). Δημιουργούς με διαφορετικές προσωπικότητες, ιδιοσυγκρασία και ματιά πάνω στο σινεμά, με κοινό χαρακτηριστικό, την αναζήτηση της ισορροπίας μεταξύ μιας ριζοσπαστικής φόρμας και μιας πολιτικά προοδευτικής θεματικής, την έρευνα πάνω στο κάδρο, τη ρήξη με τις συμβάσεις του ψυχολογικού δράματος,
Ακόμα όμως κι όταν υποχώρησε ο «κινηματογράφος του δημιουργού», το ουγγρικό σινεμά διατήρησε τη δυναμική της ανανέωσης και του ανοίγματος σε νέες θεματικές. Κατά κάποιο τρόπο, η μαγυάρικη κινηματογραφία συνέχισε μια παράδοση που ξεκίνησε στη δεκαετία του 1910, όταν η Βουδαπέστη είχε τους περισσότερους κινηματογράφους από κάθε άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα κι είχαν αρχίσει να λειτουργούν τα πρώτα ουγγρικά στούντιο. Διόλου τυχαία βέβαια, πολλοί Ούγγροι κινηματογραφιστές ξενιτεύτηκαν λόγω της πολιτικής κατάστασης στη χώρα τους και σε όλη την Ευρώπη, με την άνοδο του ναζισμού, και προσαρμόστηκαν γρήγορα στο Χόλιγουντ ή σε άλλες κινηματογραφίες. Ο Μίχαλι Κέρτεζ έγινε Μάικλ Κέρτιζ και γύρισε την «Καζαμπλάνκα» στην Αμερική. Ο Κάρολ Βίντορ έγινε Τσαρλς Βίντορ και γύρισε την «Τζίλντα». Ο Έρνεστ Πρεσμπέγκερ συνεργάστηκε με τον Βρετανό Μάικλ Πάουελ σε αριστουργήματα όπως τα «Κόκκινα παπούτσια». Ο ηθοποιός Μπέλα Λουγκόζι έγινε ο πρώτος Δράκουλας του σινεμά.
Στο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης θα δούμε, μεταξύ άλλων, το «Καρουζέλ» (1956) του Ζόλταν Φάμπρι, μια ταινία-ορόσημο για τον απεγκλωβισμό του μαγυάρικου σινεμά από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όπως και το «Ρεύμα» (1964) του Ιστβαν Γκάαλ, η «επίσημη» έναρξη του ουγγρικού Νέου Κύματος στη δεκαετία του 1960, όταν το ουγγρικό σινεμά έζησε τη μεγάλη δημιουργική στιγμή του, σε «επαφή» με ανάλογα ευρωπαϊκά ρεύματα.
Ο ουγγρικός κινηματογράφος διανεμήθηκε σποραδικά στην Ελλάδα, ιδίως μετά τη μεταπολίτευση, στις αίθουσες τέχνης της εποχής. Το αφιέρωμα Cine Magyar στην Ταινιοθήκη επιχειρεί για πρώτη φορά να παρουσιάσει ένα απάνθισμα των κορυφαίων στιγμών αυτής της κινηματογραφίας, όπως της αξίζει (στη μεγάλη οθόνη με αποκατεστημένες κόπιες, καθώς, το μαγυάρικο σινεμά είναι, επιπλέον, σινεμά των οπερατέρ, με τον Μπάρναμπας Χέγκι, τον Σάντορ Σάρα και τον Γιάνος Κόλταϊ).
Κ.Τ.