H Katerine Duska (Κατερίνα Ντούσκα) αποτελεί μια διαφορετική από τις περισσότερες άλλες νέα παρουσία στη σύγχρονη ελληνική μουσική. Η διαφορά της έγκειται στο δεν επιβλήθηκε ούτε καν προωθήθηκε από κανέναν -και πολύ περισσότερο δεν αναδείχθηκε από κάποιο τηλεοπτικό talent show!- αλλά υπομονετικά έπεισε και τελικά κέρδισε ένα μέρος του κοινού, άγνωστη μεταξύ αγνώστων ακόμα, μόνο με την αξία των τραγουδιών της και την ποιότητα της φωνής της.
Ο δρόμος που άνοιξε μόνη της οδήγησε στο ντεμπούτο album της Embodiment, το οποίο (μετά από μια διαδικασία ηχογράφησης που διήρκεσε αρκετά χρόνια) κυκλοφόρησε στα τέλη της περυσινής χρονιάς. Το «Embodiment» αποκαλύπτει πριν από όλα μια φωνή αξιώσεων, με καταβολές όχι τόσο -ή έστω όχι αποκλειστικά- από τη σύγχρονη ποπ και το ανάλογο rock αλλά και τη soul και την jazz, ακόμα και με μια σαγηνευτική blues «απόχρωση» κάποιες φορές. Δείχνει όμως και μια τραγουδοποιό που, αν μη τι άλλο, ήδη ελέγχει τη γραφή της αλλά και τα εκφραστικά της μέσα, συνδυάζοντας στοιχεία από αρκετά διαφορετικά ιδιώματα -συχνά και στο ίδιο τραγούδι- και επιπλέον διαθέτει μια παραγωγή και ενορχήστρωση που κολακεύει τα τραγούδια προσδίδοντάς τους ομοιογένεια διαμέσου ενός ήχου ο οποίος, δίχως να είναι επιτηδευμένα τέτοιος ή να... αγχώνεται γι' αυτό, είναι καθοριστικά σημερινός. Το αποτέλεσμα είναι ένας πρώτος δίσκος αξιοσημείωτα υψηλού συνολικού επιπέδου και το συμπέρασμα που προκύπτει αυθόρμητα από αυτό είναι ότι, αντίθετα με πολλούς/ές άλλους/ες, η Katerine Duska «ήρθε για να μείνει».
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
* Ποιο είναι το παρελθόν σας στη μουσική, πώς άρχισε η σχέση σας μαζί της, με σπουδές ή με κάποιον άλλο τρόπο;
Ξεκίνησα πολύ μικρή να κάνω μαθήματα πιάνου, τα οποία όμως σταμάτησα μετά από λίγο γιατί δεν με ενέπνεαν καθόλου οι τότε δάσκαλοί μου. Στην εφηβεία μου ανακάλυψα την αγάπη μου για το τραγούδι και, μόλις τελείωσα το σχολείο, γράφτηκα σε ένα συνοικιακό ωδείο, όπου ξεκίνησα μαθήματα μονωδίας και κλασικής κιθάρας με στόχο να συνοδεύω τη φωνή μου και να αρχίσω να γράφω τραγούδια.
* Ζείτε αποκλειστικά από τη μουσική ή χρειάζεται να ασκείτε και κάποιο άλλο επάγγελμα;
Ο βιοπορισμός μέσω της μουσικής είναι ένα μεγάλο όνειρο για την πλειοψηφία όσων ασχολούνται μαζί της και είναι ακόμη πολύ νωρίς για εμένα για να έχω τέτοιες προσδοκίες. Είναι μακρύς ο δρόμος και ανοίγεται με πολύ κόπο και θυσίες. Κατά καιρούς ασχολούμαι επαγγελματικά και με άλλα πράγματα, αλλά προτεραιότητα έχει πάντα η μουσική.
* Θα έλεγα ότι το ξεκίνημά σας ήταν μάλλον ασυνήθιστο για την Ελλάδα, οι περισσότερες κοπέλες που ασχολούνται με τη σύγχρονη διεθνή μουσική σχηματίζουν ένα συγκρότημα για να τις συνοδεύει ή έστω είναι μέλη κάποιου. Πώς αποφασίσατε να ακολουθήσετε έναν δύσκολο, καθαρά προσωπικό δρόμο που, από όσο μπορώ να θυμηθώ τουλάχιστον, μόνον η Monika έχει διαβεί ώς τώρα;
Είμαι τραγουδοποιός οπότε αυτή η αυτονομία έχει αποδειχθεί πιο εύκολη, παρ' ότι ξεκίνησα με άλλο στόχο. Μου άρεσε πολύ η ιδέα της σύμπραξης, τόσο συνθετικής όσο και στιχουργικής, αλλά απαιτεί σπάνια ταύτιση και χημεία και δεν τις έχω βρει ακόμα. Δεν μου λείπει όμως και νιώθω πως εντέλει ο «σόλο» δρόμος μού ταιριάζει περισσότερο.
* Πώς σας φαίνεται, αλήθεια, η περίπτωση της Monika, έχετε επηρεαστεί καθόλου από αυτήν, όχι βέβαια μουσικά αλλά στο πώς κινήθηκε μέσα στα πράγματα στο ξεκίνημά της;
Δεν νομίζω ότι έχω επηρεαστεί από κανέναν, αφενός γιατί δεν έχω παρακολουθήσει ποτέ από τόσο κοντά την πορεία κανενός και καμίας ομότεχνου μου, αφετέρου γιατί θεωρώ το ξεκίνημα μου αρκετά ανορθόδοξο. Δεν προέκυψε από έναν συγκεκριμένο σχεδιασμό και δεν φανταζόμουν ποτέ τόσο άμεση ανταπόκριση. 'Όπως και να έχει ο καθένας έχει τη δική του ιστορία και οφείλει να ακολουθεί έναν δικό του δρόμο. Εκεί είναι όλη η ομορφιά!
* Σε μιαν εποχή που η δισκογραφία παντού -και στην Ελλάδα ακόμα περισσότερο- έχει σχεδόν καταρρεύσει πόσο δυσκολευτήκατε μέχρι να βρείτε ανοιχτή ή έστω να ανοίξετε η ίδια την πόρτα μιας εταιρείας;
Είμαι πολύ τυχερή γιατί βοηθήθηκα πολύ από το Διαδίκτυο. Ήταν καθοριστικό στοιχείο, γιατί χάρη σε αυτό με άκουσαν και με προσέγγισαν οι τωρινοί συνεργάτες και η δισκογραφική εταιρεία μου.
* Γιατί χρειαστήκατε τόσο μεγάλο διάστημα για να ολοκληρώσετε τον δίσκο;
Γιατί είναι ο πρώτος μου και έψαχνα τον ήχο μου. Ήθελα να δώσω συνοχή αλλά και προσωπική ταυτότητα σε κομμάτια πολύ παλαιά αλλά και πολύ καινούργια και να με εκφράζουν όλα εξίσου στο παρόν. Ασχολήθηκα για πρώτη φορά με την παραγωγή και ήταν μια περίοδος κατά την οποία έμαθα πολλά και απέβη τρομερά χρήσιμη.
* Επιλέξατε τον αγγλικό στίχο γιατί με αυτόν εκφράζεστε καλύτερα ή με την, κρυφή έστω, ελπίδα να μπορέσετε να κάνετε κάτι και εκτός των ορίων της χώρας μας;
Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στον Καναδά. Η αγγλική είναι η μητρική μου γλώσσα και, εξαιτίας και των ακουσμάτων μου, μου είναι πολύ φυσικό να γράφω σε αυτήν. Όσο για την ελπίδα, δεν είναι καθόλου κρυφή! Η μουσική δεν έχει σύνορα και είναι ανεξάρτητη από γλώσσες. Είναι άλλωστε γλώσσα η ίδια και από τις πιο ισχυρές!
* Ποιες θεωρείτε η ίδια τις κυριότερες ερμηνευτικές αλλά και συνθετικές σας επιρροές ή και καταβολές;
Βασικές επιρροές έχω αντλήσει από την pop, τη soul, το rhythm and blues και την electropop. Αγαπημένες μου φωνές είναι οι θρυλικές παλαιές της jazz με εκείνη της Nina Simone στην κορυφή και από τις σύγχρονες της Kimbra. Αγαπώ πολύ επίσης τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη.
* Και ποιους/ες από τον χώρο σας στην Ελλάδα εκτιμάτε ιδιαίτερα, ανεξάρτητα από το αν έχετε επηρεαστεί από αυτούς/ες ή όχι;
Πολλούς και πολλές, αλλά έχω ιδιαίτερη αδυναμία στους Leon Of Athens, Μαρίζα Ρίζου, Minor Project, Αρετή Κοσμίδου και Ειρήνη Σκυλακάκη.
* Ποια ήταν η έμπνευση αλλά και η αφορμή για το «One In A Million»; Θυμάστε την εμπειρία τού να γράφετε το πρώτο σας τραγούδι;
Η έμπνευσή μου προήλθε από έναν ενθουσιασμό, θα έλεγα, της εποχής εκείνης, που μάλλον τον βίωσα πολύ πιο δραματικά από όσο άξιζε! Είναι ένα πολύ παλαιό τραγούδι αλλά δεν είναι το πρώτο μου. Η εμπειρία του πρώτου ήταν σαφώς μοναδική και με έκανε να αγαπήσω την τραγουδοποιία. Τους στίχους του μάλιστα τους είχα γράψει μαζί με τον αδελφό μου!
* Μιλήστε μου για το τραγούδι του δίσκου που έχει κοινωνικό περιεχόμενο, το «Filthy Finger».
Δεν είναι το μόνο, κοινωνικό περιεχόμενο θα έλεγα ότι έχουν και άλλα, όπως τα «Autumn Again», «World Of Virtue», ακόμα και το «A Run For My Life». Το «Filthy Finger» έχει και μία επιπλέον πολιτική διάσταση και αναφέρεται στον εσωτερικό διχασμό και τη σύγχυση που μας προκαλούν καθημερινά τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα της εποχής μας όσον αφορά στον τρόπο δράσης και αντίδρασης απέναντί τους.
* Και ποια είναι τα σχέδιά σας για τη συνέχεια, μετά την πρόσφατη εμφάνισή σας στο «Gazarte»;
Στις 5 Μαρτίου θα εμφανιστώ στο TedX Αθήνας στη Tεχνόπολη και στις 8 Μαρτίου στο «Death Disco», στο πλαίσιο του Let Me Know Festival, το οποίο πραγματοποιείται με αφορμή τη Γιορτή της Γυναίκας.
Και θα προτείναμε ανεπιφύλακτα σε όποιους τους το επιτρέπει η μία από τις δύο συγκυρίες να τις παρακολουθήσουν γιατί αξιόλογες νέες παρουσίες όπως της Katerine Duska χρειάζονται την έμπρακτη υποστήριξη του κόσμου...