Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Ανήκουμε στους πάμπολλους εκείνους που γνώρισαν τον Μαρτίνο Τιρίμο μέσα από την «best seller» κυκλοφορία (1982) του 2ου κονσέρτου για πιάνο και ορχήστρα του Σεργκέι Ραχμάνινωφ, εγγραφή που ακόμη συντηρούμε στο αρχείο μας στην οικονομική ετικέτα των βινυλίων της ΕΜΙ υπό την ειδικότερη επωνυμία Classics for Pleasure (CFP 4383).
Παρά την εκτεταμένη δισκογραφική του επίδοση, όμως, ο γεννημένος (1942) στη Λάρνακα Ελληνοκύπριος πιανίστας ουδέποτε υπήρξε ο ευχερέστερος στόχος του κυνηγού των δίσκων του, τουλάχιστον στον ελλαδικό χώρο. Για τα δεδομένα ενός παιδιού θαύματος, όπως ο μουσικός μας υπήρξε από την πλέον τρυφερή του ηλικία, αλλά και της στέρεας μουσικής του εκπαίδευσης, με υποτροφία Λιστ στη Βασιλική Ακαδημία της Μουσικής του Λονδίνου, ο Τιρίμος υπερακοντίζει ακόμη και τα πλέον οικεία στερεότυπα του βρετανικού understatement με τη συνολική προσωπική και καλλιτεχνική σεμνότητα της πορείας του.
Μιας πορείας που περιλαμβάνει ένα ιλιγγιώδες ρεπερτόριο έργων από τον βιεννέζικο κλασικισμό μέχρι τον 20ό αιώνα και την εκ μέρους του υπηρέτησή του με όρους προσωπικής απαλοιφής ενώπιον των συνθετών, αν και δεν είναι ευκαταφρόνητες οι πραγματικά πρωτοπόρες προϋποθέσεις της συμβολής του στον φωτισμό και την καθιέρωση τομέων του έργου τους.
Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί και εκείνη του Φραντς Σούμπερτ. Όσοι ομνύουμε στην παιδαγωγική εμμονή συναυλιακών κύκλων για τις σονάτες του από προσωπικότητες όπως ο Άλφρεντ Μπρέντελ, ο Στήβεν (Μπίσοπ) Κοβατσέβιτς ή ο Σερ Άντρας Σιφ, δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε γιατί ο μέσος φιλόμουσος δεν ανακαλεί αυτομάτως στην ίδια χορεία και το όνομα του Τιρίμου, αφού ο τελευταίος πιστώνεται μια παλαιόθεν ιδιαίτερη σχέση με τον συγκεκριμένο συνθέτη. Σχέση που περιλαμβάνει την ήδη εν έτει 1975 πρώτη συναυλιακή παρουσίαση ως συνόλου των 21 έργων του Σούμπερτ στη φόρμα της σονάτας, με ίδιες συμπληρώσεις των ελλειπουσών κινήσεων και με παράλληλη συμβολή του ερμηνευτή στην κριτική τους έκδοση!
Η πρόσφατη επιστροφή του Μαρτίνου Τιρίμου στην Αθήνα, επί τω εορτασμώ των 150 ετών από της ιδρύσεως του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και επ' ευκαιρία αφιερώματος του Συλλόγου στην ομότεχνή του Τζίνα Μπαχάουερ εις ανάμνησιν των εκεί εμφανίσεών της, παρέσχε όχι μόνο την αφορμή να επανέλθουμε στον μέχρι πρόσφατα δυσεύρετο πλήρη κύκλο ηχογραφήσεών του τού Σούμπερτ (EMI Eminence 1995/96, ήδη Warner Classics 8468522), αλλά και να ψηλαφήσουμε ουσιώδεις πτυχές της τέχνης και της προσωπικότητάς του.
Εν πρώτοις εκφράζουμε τη λύπη μας επειδή ο ίδιος ο καλλιτέχνης δεν επέτρεψε την παρουσία μικροφώνων το βράδυ της 21ης Νοεμβρίου 2015 για το τιτάνιων ερμηνευτικών απαιτήσεων πρόγραμμα που επέλεξε, επέκεινα των ήδη δυσθεώρητων δεξιοτεχνικών που ούτως ή άλλως θέτουν η έσχατη σονάτα (αρ. 21 D. 960) του Σούμπερτ και τα 24 πρελούδια, έργον 28, του Φρεντερίκ Σοπέν.
Η οικειότητα του δεξιοτέχνη με τον Σούμπερτ κατέστη προφανής από τα πρώτα κιόλας αναγνωρίσιμα μουσικά μέτρα. Η αντίληψή του για ένα τόσο οικείο έργο, τουλάχιστον από την εποχή που το προπαγάνδισε ο Άρτουρ Σνάμπελ, αντίθετα με άλλων διακεκριμένων, συντηρεί απόσταση από κάθε ναρκισσισμό. Η μουσική έρρευσε με αφηγηματικό σφρίγος δωρικής λιτότητας, μέσα από την εμπερίστατη βίωση του φέροντος οργανισμού της σύνθεσης.
Η οπτική αυτή δεν προδίδει απλοϊκότητα του καλλιτέχνη ούτε υπαναχώρηση από την ενδοσκοπική σοβαρότητα αντιμετώπισης της παρτιτούρας. Μιας παρτιτούρας που ο Τιρίμος υπηρέτησε με εκφραστικό δακτυλισμό, λελογισμένη χρήση του πεντάλ και αξιοσημείωτη ανάλυση των αναθέσεων σε αριστερό και δεξί χέρι. Ήταν, ωστόσο, μια ερμηνεία που κατηγορηματικά απέφυγε να υπονομεύσει τον αγωγικό παλμό φορτίζοντας με έμφαση τη στιγμή εις βάρος του όλου.
Αναμενόμενη, λοιπόν, υπήρξε η ανταπόκριση του αριστουργήματος στην ευθύτητα της προσέγγισής του, με την υπαρξιακή οδύνη του α' μέρους να μην διαταράσσει την κλασική φόρμα, μια στωική, απέριττη και χωρίς ρητορεία β' κίνηση και ελάχιστα ιδιοσυγκρασιακή χρήση του ρουμπάτο εν όλω, που ενίσχυσε τον υποκείμενο αδήριτο ειρμό της μουσικής προς την αμφίσημη επωδό της.
Μόνον ένας πιανίστας που διαθέτει τον χαμαιλεοντισμό και το εύρος της τέχνης του Τιρίμου θα μπορούσε να συνδυάσει την ύστατη σονάτα του Σούμπερτ με τα επίσης απαιτητικότατα πρελούδια του Σοπέν, που ολοκλήρωσαν τη συναυλία, ακανθώδη στη βραχυλογία της διάρκειας και της ατμόσφαιράς τους. Έχοντας πίσω του κύκλο απάντων του συνθέτη τη χρονιά της 200ετίας από τη γέννησή του, ο Τιρίμος επέδειξε αυτοσχεδιαστική επίφαση σε αυτήν την παλέτα συναισθηματικών και δεξιοτεχνικών περιστάσεων για μια συνεκτική και συνάμα μαγική περιήγηση στη ρομαντική επικράτεια ενός ιδιαίτερου αγαπημένου. Η Τζίνα Μπαχάουερ ήταν μαζί μας...