Live τώρα    
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑΞΙΔΕΨΑ(ΜΕ) ΠΟΤΕ (2.2) / Σύνθεση τεχνών από τον Τάση Χριστογιαννόπουλο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑΞΙΔΕΨΑ(ΜΕ) ΠΟΤΕ (2.2) / Σύνθεση τεχνών από τον Τάση Χριστογιαννόπουλο

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Δεν υπάρχει έργο. Δεν υπάρχει παράσταση.

Ένας οδοιπόρος; Κάποιος  μουσικός; Ποιητής; Μόνος του; Μαζί με άλλους;

Αν τους ακολουθήσουμε, μπορεί να πάρουμε ποδήλατα να βγούμε μια βόλτα στον δρόμο;

Εκεί μπορεί να συναντήσουμε έναν ερωτευμένο έφηβο να τραγουδάει;

Μια κοπέλα να χορεύει στιγμές;

Να δούμε τον Απρίλη ή τον Μάρτη να διαδηλώνουν;

Μπορεί να βρεθούμε σε ένα πανηγύρι όπου οι λέξεις σαν πουλιά τσιμπολογούν
μικρές χειρονομίες;

Να βρούμε αρχαίους και νέους σοφούς να ρίχνουν τα χαρτιά;

Να ανοίξουνε τα μάτια μας να δουν έναν μοναχικό Θεό; Μόνο του; Μαζί με άλλους;

Ίσως στο τέλος φτάσουμε στον τόπο που δεν ταξιδέψαμε ποτέ.

Στον δρόμο των ποιημάτων και των ονείρων.

Όλα είναι πιθανά...

Έρχεστε;

Δεν είναι τυχαία η επιλογή μας να προτάξουμε αυτή την -τουλάχιστον παράδοξη- πρόσκληση του Τάση Χριστογιαννόπουλου για μια συνοδοιπορία σε ένα οικείο «άγνωστο», καμωμένο από θραύσματα μνήμης, επίγνωσης και παρατήρησης των απλών δεδομένων της ζωής. Αυτό που σε άλλη περίπτωση ίσως αποτελούσε αφηρημένο φληνάφημα ενός ματαιόδοξου καλλιτέχνη που αρέσκεται «να αυτοαναιρείται», όπως ο ίδιος δηλώνει, προσλαμβάνει καίρια σημασία για τη συγκεκριμένη παραστατική σύνθεση, της οποίας παρακολουθήσαμε τη δεύτερη και τελευταία παρουσίαση στην αίθουσα «Νίκος Σκαλκώτας» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014). Ιδίως γιατί η προλογική σημείωση του Χριστογιαννόπουλου εστιάζει στην ιδιαιτερότητα της ποιητικής γραφής, πάνω στην οποία ο ίδιος δεν χτίζει απλώς ένα δρώμενο που συνδυάζει απαγγελία, χορό και μουσική, αλλά και το αξιοποιεί για να εκπέμψει ένα συνολικό αισθητικό και βιωματικό μήνυμα.

Ο ποιητής δεν είναι άλλος από τον Αμερικανό Edward Estlin Cummings (1894-1962), γνωστότερο ως e.e. cummings, με συχνή τη χρήση των πεζών χαρακτήρων για εκδοτικούς σκοπούς από τον ίδιο, αν και όχι με την προτίμησή του για γενική χρήση. Γεννημένος στο Καίμπριτζ της Μασαχουσέτης σε αυστηρή χριστιανική αλλά στοργική οικογένεια, ελληνομαθής και λατινομαθής από το γυμνάσιο, ποιητής από πρόθεση ήδη από τα 6 του χρόνια, ειρηνιστής του Μεγάλου Πολέμου, εθελοντής τραυματιοφορέας στο γαλλικό μέτωπο, ύποπτος κατασκοπείας χάριν αστεϊσμού αλλά και λόγω της απροθυμίας του να μισήσει τους Γερμανούς, εραστής της γυναίκας φίλου και συμφοιτητή του με την έγκριση του τελευταίου, πατέρας μιας κόρης που θα πρωτογνωρίσει ως ενήλικα μετανάστρια σε άλλη χώρα, ταξιδευτής στη Σοβιετική Ένωση του 1931 (εμπειρία που τον ωθεί σε «δεξιά» ιδεολογική στροφή), οπαδός των Ρεπουμπλικανών και έκθετος στη μομφή του ρατσισμού που ο ίδιος αρνήθηκε, ο Κάμινγκς κινήθηκε πάνω σε τεντωμένο σχοινί τόσο στη ζωή όσο και στην ποίηση. Ισόβιος δεσμώτης της ιδιοφυΐας και της ιδιορρυθμίας του, αξιοποίησε λέξεις απλές, απρόσφορες για αναλύσεις και εμβαθύνσεις, καθώς και την αυθαίρετη σύνθεσή τους, γραμματική και συντακτική, για να τους προσδώσει μια δύναμη αιχμής απρόσμενη και μοναδικά καταλυτική. Άξονας της κοσμοθεωρητικής του θέσης, όπως και της σχεδόν ανεξέλικτης ποίησής του, παρά τον διόλου ευκαταφρόνητο όγκο της, είναι η αγάπη σε όλες τις μορφές της, μια αγάπη που βαθαίνει μέσα από συνταρακτικές εμπειρίες, όπως η γαλλική του αιχμαλωσία ή η απώλεια του αγαπημένου πατέρα σε αυτοκινητικό ατύχημα που απέδωσε με μοναδική αφηγηματική ξηρότητα σε μιαν από τις 6 «αντι-παραδόσεις» του στο Πανεπιστήμιο της γενέτειράς του.

Αυτόν τον ιδιαίτερο ποιητή, μεταφρασμένο για τις ανάγκες της απαγγελίας από τον αδελφό του Μιχάλη, επέλεξε ως όχημα συνθετικής επίδειξης παραστατικών ταλάντων ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος αυτή την εποχή της χρυσής καλλιτεχνικής του ωριμότητας. Ο ίδιος μάλιστα μελοποίησε ακολουθία ποιημάτων του Κάμιγκς στην πρωτότυπη αγγλική τους γραφή, χωρίς να τον αποτρέψει (ευτυχώς!) ο μακρύς κατάλογος των συνθετών που είχαν προηγηθεί σχετικά, από τον Bernstein και τον John Cage έως τον Ned Rorem και τον Aaron Copland. Αντίθετα, ως συνθέτης, αφομοιώνει σεμνά και ειλικρινά τις αναμενόμενες ιδιαιτερότητες μιας αγγλοσαξωνικής sensibilité απέναντι στον έμμετρο λόγο που για πολλούς μας χονδρικά προσωποποιεί ο Benjamin Britten.

Ληντερίστας ολκής επέκεινα γλωσσικών ορίων, ο διαλεχτός και ώριμος βαρύτονος ερμήνευσε αυτή τη μελοποιημένη υμνολογία των απλών και αληθινών βιοτικών πραγμάτων με θαυμαστή φινέτσα, συνομίλησε σε βάθος με τον θεατή και τον αποχαιρέτησε με την ευπρόσδεκτη μέθη της υπόγειας επικοινωνίας. Γι' αυτό το παρθενικό εγχείρημα ο καλλιτέχνης αισθάνθηκε την ανάγκη πλαισίωσης από χορευτές και από μια σκηνοθετική καθοδήγηση (Αργύρης Ξάφης). Δεν είμαστε βέβαιοι ότι προσέθεσαν κάτι στη δική του χαρισματική διάχυση. Ας τολμήσει, λοιπόν, να εμφανισθεί «γυμνός» στη σκηνή που τόσο πληθωρικά και αυτονόητα πλημμυρίζει. Και ας επενδύσει με περισσότερη εμπιστοσύνη τη νέα διάσταση της επίδοσής του...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0