Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
«Σλάβικη ψυχή ΙΙΙ»: θα προτιμούσαμε έναν προγραμματικό τίτλο λιγότερο γενικόλογο και απλοϊκό για το ομολογουμένως ελκυστικό πρόγραμμα της 31ης/10/2014 που παρουσίασε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Έναν τίτλο που να παραπέμπει, φερ' ειπείν, στη μεγάλη παράδοση των Ωδείων Μόσχας και Αγίας Πετρούπολης, παράδοση στην οποία εντάσσονται οι συνθέτες της βραδιάς, δηλαδή ο Γκλιέρ και ο Ρίμσκυ - Κόρσακωφ. Είναι ένα αίτημά μας αυτό που δεν ανέκυψε με την ανάληψη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης της Ορχήστρας από τον Στέφανο Τσιαλή, αλλά μας συνοδεύει από τη θητεία του προκατόχου του Βασίλη Χριστόπουλου. Η επίκληση της ελαττωμένης δυνατότητας ενός από ετών χειμαζόμενου κοινού να αντιληφθεί και να εναγκαλιστεί οτιδήποτε υπερβαίνει το θεματικό εύρος ενός αναχρονιστικά περιορισμένου συμφωνικού ρεπερτορίου, πέραν του γεγονότος της συνάρτησής του με την άκρα ανεπάρκεια της θεματικής δημόσιας ραδιοφωνίας, δεν αποτελεί, κατά την εκτίμησή μας, βιώσιμη επιχειρηματολογία, αν δεν επιθυμούμε να σβήσει η υπόθεση της σοβαρής μουσικής στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό ας υπενθυμίσουμε μόνο πως οι σχετικά ολιγάριθμοι θεατές αντιμετώπιζαν την επιλογή παρουσίασης της 5ης Συμφωνίας του Σεργκέι Προκόφιεφ από την ΚΟΑ, δηλαδή ως αντιπαράστασή τους με ρεπερτόριο σχεδόν εξωτικό και όχι, όπως συνηθίζεται στον πιο πολιτισμένο κόσμο, με ένα ήδη καθιερωμένο συμφωνικό αριστούργημα του 20ού αιώνα (για να μην αναφερθούμε, εντελώς ενδεικτικά, σε άλλες παρόμοιες απουσίες, όπως συμφωνιών των Γιαν Σιμπέλιους, Καρλ Νίλσεν, Έντουαρντ Έλγκαρ ή Ραλφ Βων - Ουίλλιαμς...).
Με αυτά τα δεδομένα, παραμένουμε προφανώς οφειλέτες του μετακληθέντος από την ΚΟΑ Πολωνού αρχιμουσικού για την παρουσίαση σελίδων εκτός της ελληνικής πεπατημένης, τουλάχιστον στο πρώτο μέρος αυτής της έσχατης οκτωβριανής συναυλίας. Ο Μίροσλαβ Γιάτσεκ Μπλάστσυκ προέρχεται από τον διαγωνισμό «Grzegorz_Fitelberg» της πατρίδας του και είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμονικής της Σιλεσίας. Με την εισαγωγή στην όπερα Νύχτα Μαΐου (πρώτη παρουσίαση 1880), ο επισκέπτης μαέστρος υπέμνησε τη σημαντική μελοδραματική παραγωγή του Νικολάι Ρίμσκυ - Κόρσακωφ, που, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, αναβιώνει σποραδικά στην Ανατολή και σχεδόν καθόλου στη δυτική Ευρώπη. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η μελωδική ευχέρεια και η έμπειρη συμφωνική γραφή του σπουδαίου αυτού συνθέτη επιβεβαιώνονται μονότονα σε κάθε περίσταση, όπως εξάλλου και εν προκειμένω, καθώς και η ανατομική διαφάνεια της ενδιαφέρουσας ενορχήστρωσης, ιδιαίτερο κεφάλαιο στην παγκόσμια Ιστορία της οποίας ο ίδιος αναμφισβήτητα αποτελεί.
Πηγαίο μελωδικό χάρισμα φαίνεται ότι διέθετε και ο επίγονός του Ράινχολντ Γκλιέρ, αν κρίνουμε τουλάχιστον από το ευχερώς απομνημονεύσιμο κονσέρτο του για σοπράνο κολορατούρα και ορχήστρα, όχημα θριάμβου στο δίσκο για την Τζόαν Σάδερλαντ και (λιγότερο...) την Εντίτα Γκρουμπερόβα. Εξίσου παραπεμπτικό με αυτό, στον ρομαντικό αναχρονισμό ενός νοσταλγικού παρελθόντος, είναι και το κοντσέρτο για άρπα και ορχήστρα (1938), μια από τις ελάχιστες αναφορές ενός μικρού κεντρικού εργολογίου. Με μουσική γλώσσα που κινείται ανάμεσα στον σύγχρονό του Ραχμάνινωφ και στην κινηματογραφική μουσική της εποχής (και της πατρίδας του), ο Γκλιέρ επιστρατεύει και εδώ αποθέματα μορφολογικού και δομικού κονφορμισμού, που προφανώς διευκόλυναν την απονομή στον ίδιο του Βραβείου Στάλιν 1938. Η μουσική του, ωστόσο, δεν παραμένει στερεότυπη, γνωρίζει να ελίσσεται και να εκπλήσσει, ενώ σταθερά αποφεύγει την παγίδα του κακού γούστου. Το κονσέρτο ευτύχησε με τη σύμπραξη της Τσέχας αρπίστριας Γιάννα Μπόουσκοβα ως σολίστ, που ανέδειξε το ενδιαφέρον του οργανικού διαλόγου με την ορχήστρα, των ιδεών της γραφής και της ενσωμάτωσής τους στη σύνθεση με όρους προσαρμογής στην ηχητική ευγένεια του σολιστικού οργάνου και με επικαιροποιημένη τη ροκοκό κομψότητα του 18ου αιώνα. Μετά το καθεστωτικής αισιοδοξίας φινάλε, η επίγονος της συναυτουργού και πρώτης ερμηνεύτριας Ksenia Alexandrovna Erdely (1878-1971) επιβεβαίωσε την κλάση της σε μια μεταγραφή του δημοφιλούς Μολδάβα (Μπ. Σμέτανα), φυσικά για την άρπα.
Αντικλίμακα αποτέλεσε, ωστόσο, η παρουσίαση, μετά το διάλειμμα, της δημοφιλούς συμφωνικής σουίτας Σεχαραζάντ (1888). Τραχιά και θορυβώδης, χωρίς εσωτερική αγωγική ευλυγισία, ελάχιστα ατμοσφαιρική και ανεπαρκούς ανατολίτικου αρώματος, η ανάγνωση αυτή αποτέλεσε επιτομή εκχυδαϊσμού ενός συμφωνικού κομψοτεχνήματος κορυφαίου στη συμφωνική δημιουργία του Ρίμσκυ - Κόρσακωφ. Η ακρόαση υπήρξε πραγματική δοκιμασία και για τον ρόλο που ο Πολωνός προσκεκλημένος επεφύλαξε στην Ορχήστρα, ως συντριπτικού συνομιλητή του εξάρχοντος Δημ. Σέμση στο μέρος της θρυλικής αφηγήτριας του τίτλου. Κρίμα!