Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Αποτελεί κοινό μυστικό ότι το είδος της λεγόμενης έντεχνης μελωδίας, του Lied, όπως αυτό διεθνώς έχει καθιερωθεί να ονομάζεται λόγω της μεγάλης γερμανικής παράδοσης του 19ου και 20ού αιώνα, δεν καταγράφει αισθητή παρουσία στη μουσική ζωή της σύγχρονης Ελλάδας. Είδος συνυφασμένο με τη Hausmusik του παλαιού αστικού σαλονιού, γνώρισε τη δική του διακριτική άνθηση στη χώρα μας μέχρι και τη δεκαετία του 1950, τη χρονική αφετηρία δηλαδή που τροχοδρόμησε τη μεταπολεμική Ελλάδα στον άθλιο δρόμο του λαϊκισμού που την ταλαιπωρεί έκτοτε χωρίς ορατή διόρθωση πορείας. Στο πλαίσιο αυτό και σε πείσμα της αυτάρεσκης απαιδευσίας όσων από θεσμικές θέσεις διακηρύσσουν κατά καιρούς το ασύμπτωτο της Ελλάδας με το δυτικοευρωπαϊκό λυρικό τραγούδι, διαλεχτοί μοναχικοί απόστολοι της έντεχνης μονωδίας χαρίζουν ενέσεις ελπίδας για τη μουσική και εν γένει λόγια αυτογνωσία του παρηκμασμένου τόπου μας. Δύο από αυτές τις σημαντικές προσωπικότητες της τρέχουσας νεοελληνικής λυρικής επίδοσης είχαμε το σπάνιο προνόμιο να παρακολουθήσουμε σε δύο συνεχείς βραδιές των αρχών του περασμένου Νοεμβρίου σε κατάλληλες για τον σκοπό αυτό «μικρές» αίθουσες του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
Βραβευμένη με το μεγάλο βραβείο μουσικής της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών του έτους 2000, η υψίφωνος Ιουλία Τρούσσα αποτελεί υπόδειγμα καλλιτέχνη που διαχρονικά αρνήθηκε να συμβιβάσει την παθιασμένη τελειοθηρία μιας βαριάς βιεννέζικης εκπαίδευσης με τις διευθετήσεις μετριότητας του μοναδικού λυρικού θεάτρου της χώρας μας. Η παρρησία της αιχμηρής της άποψης, ευθέως ανάλογη της εγκυρότητάς της, της επέβαλε, με τυπική έλλειψη αιδούς, την πρόωρη απομαχία. Σε πείσμα, ωστόσο, της ωμής καταστολής εκ μέρους της περιρρέουσας μετριοκρατίας, η Τρούσσα απέδειξε κατά τον πλέον πανηγυρικό τρόπο ότι η σημασία των καλλιτεχνικών παρεμβάσεων δεν αποτιμάται με όρους πλησμονής, αλλά με τη στίλβουσα πυκνότητα περιεχομένου που εκπέμπει η υψηλή τέχνη. Με μια σειρά από ετήσιες ή -λόγω περιστάσεων- ακόμη αραιότερες ατομικές της εμφανίσεις στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», η μαθήτρια ενός Έρικ Βέρμπα και ενός Γιόζεφ Βιττ χτίζει υπομονετικά εδώ και καιρό έναν fundus αναφοράς με μεγάλη ιστορική και παιδευτική σημασία, αφού οι συναυλίες αυτές αποθησαυρίζονται ηχογραφημένες στο αρχείο του Οργανισμού.
Επιστέγασμα δικαίωσης αυτής της συνεπούς και πείσμονος καλλιτεχνικής πορείας αποτέλεσε το «Καλειδοσκόπιο ελληνικού κλασικού τραγουδιού» της 5ης Νοεμβρίου, στη διαδρομή του οποίου η Τρούσσα δίδαξε, φευ, χωρίς αντίπαλο οποιασδήποτε ηλικιακής ή φωνητικής κατηγορίας, την ερμηνευτική πεμπτουσία ενός εύρους εργογραφίας που περιελάμβανε επιλογές των Νικολάου Λάβδα, Ναπολέοντος και Γεωργίου Λαμπελέτ, Σπύρου Σαμάρα, Αιμιλίου Ριάδη, Γιάννη Κωνσταντινίδη, Γιώργου Κουρουπού, Μανώλη Καλομοίρη και Δημήτρη Μητρόπουλου. Με την πιανιστική συνύπαρξη του Θάνου Μαργέτη κυριολεκτικά γαλβανισμένη πάνω της, η Τρούσσα οδήγησε το κοινό της με την άνεση πραγματικής οικοδέσποινας στα μυστικά ενός σκανδαλωδώς αγνοημένου και τεραστίων απαιτήσεων «μουσικού κήπου». Επιστρατεύοντας άρθρωση ανεπίληπτης διαύγειας και απόσταγμα εκφοράς με μοτσάρτεια αγνότητα και εσωτερική λάμψη, η καλλιτέχνις παρέδωσε συμπυκνωμένα master classes για ένα genre που μας έπεισε ότι αξίζει την προσοχή και την υπομονή της κατάκτησής του. Και όλα αυτά με όχημα μια κυριαρχία σε χρώματα, δυναμικές, λεγκάτο, πορταμέντο (κ.ο.κ.) που μετέτρεπε την κάθε φράση σε αισθητική και διανοητική απόλαυση γευσιγνωστικού επιπέδου... «Σπονδής», τόσο στο πεδίο της διάταξης του «μενού» και της διαδοχής των μουσικών εδεσμάτων όσο και σε εκείνο της προβολής των ιδιαίτερων υφολογικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών του αυτοτελούς ολιγόλεπτου αφηγήματος που συνιστά το καθένα απ' αυτά τα όντως «έντεχνα» συνθέματα (καμιά σχέση με τις υδαρείς επιγονικές σούπες μιας γλυκερής ελαφράς μουσικής που αποκλειστικά η ελληνική καθομιλουμένη καταδέχεται να περιγράφει με τον όρο αυτό).
Η παρουσία νέων σπουδαστών και υποτρόφων τού τραγουδιού στη συναυλία δεν λειτούργησε απλώς υπομνηστικά για την επιτυχημένη παιδαγωγική δραστηριότητα της Τρούσσα. Το δέος τους, σε κατ' ιδίαν συζητήσεις του διαλείμματος, για το ύψος ενός καλλιτεχνικού αποτελέσματος που, επιπροσθέτως, διέψευδε στερεότυπα συνειρμών με λογιστικές ηλικιακές αφετηρίες, ενίσχυσε την ελπίδα μας για ένα μήνυμα που δεν θα χαθεί μαζί της. Όπως και την πεποίθησή μας για την επείγουσα ανάγκη να της δοθεί επίσημα η δυνατότητα μεταφοράς της σκυτάλης μιας μεγάλης τέχνης με χαρακτηριστικά εθνικού κοσμοπολιτισμού σε συνεχιστές παρόμοιου πάθους και αφοσίωσης.